Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2025

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΥ (ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΕ ΑΠΟΔΟΣΗ)

 

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΑ´ 8 - 9

8 ὁ δὲ εἶπε· Βλέπετε μὴ πλανηθῆτε· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι καί ὁ καιρὸς ἤγγικε. μὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν. 9 ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκαταστασίας, μὴ πτοηθῆτε· δεῖ γὰρ ταῦτα γενέσθαι πρῶτον, ἀλλ’ οὐκ εὐθέως τὸ τέλος.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΑ´ 25 - 27

25 Καὶ ἔσται σημεῖα ἐν ἡλίῳ καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ ἠχούσης θαλάσσης καὶ σάλου, 26 ἀποψυχόντων ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ· αἱ γὰρ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται. 27 καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλῃ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΑ´ 35 - 36

35 ὡς παγὶς γὰρ ἐπελεύσεται ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς. 36 ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

 

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ

 

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΑ´ 8 - 9

8 Αὐτὸς δὲ εἶπε· Προσέχετε νὰ μὴ παραπλανηθῆτε ἀπὸ κανένα. Καὶ σᾶς συνιστῶ νὰ προσέχετε, διότι πολλοὶ θὰ ἔλθουν, ποὺ θὰ διεκδικοῦν καὶ θὰ οἰκειοποιοῦνται τὸ ὄνομά μου καὶ θὰ λέγουν· ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας, καὶ ὁ καιρός, ποὺ θὰ γίνουν αὐτά, ἐπλησίασε. Προσέξατε λοιπὸν νὰ μὴ τοὺς ἀκολουθήσετε ὡς μαθηταὶ καὶ ὀπαδοί των. 9 Ὅταν δὲ ἀκούσετε, ὅτι γίνονται πόλεμοι καὶ ἐπαναστάσεις καὶ διασαλεύσεις τῆς τάξεως, μὴ ταραχθῆτε νομίζοντες, ὅτι αὐτὰ εἶναι σημάδια, ποὺ προαναγγέλλουν τὸ τέλος. Διότι σύμφωνα μὲ τὸ θεῖον σχέδιον πρέπει αὐτὰ νὰ γίνουν πρῶτον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔλθῃ ἀμέσως τὸ τέλος.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΑ´ 25 - 27

25 Ἀκούσατε τώρα καὶ τὰ σημεῖα τῆς δευτέρας παρουσίας καὶ τῆς συντελείας τοῦ παρόντος κόσμου. Θὰ γίνουν ἔκτακτα καὶ πρωτοφανῆ φαινόμενα εἰς τὸν ἥλιον καὶ εἰς τὴν σελήνην καὶ εἰς τὰ ἄστρα λόγῳ τῶν βιαίων καὶ ριζικῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν εἰς τὸ ὑλικὸν σύμπαν. Καὶ ἐπὶ τῆς γῆς μεγάλη στενοχώρια καὶ ἀδημονία θὰ καταλάβῃ τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα λόγῳ τοῦ ἤχου καὶ τοῦ θορύβου τῶν βιαίων κυμάτων τῆς θαλάσσης, τὰ ὁποῖα θὰ ὁρμοῦν διὰ νὰ καταπλημμυρίσουν τὴν γῆν, θὰ κυριευθοῦν ἀπὸ μεγάλην ἀπορίαν καὶ ἀμηχανίαν, ἐπειδὴ δὲν θὰ ξεύρουν, πῶς νὰ προφυλαχθοῦν. 26 Καὶ θὰ λιποθυμοῦν καὶ θὰ χάνουν τὰς αἰσθήσεις των καὶ θὰ γίνωνται σὰν νεκροὶ πολλοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν φόβον των καὶ ἀπὸ τὰ κακά, ποὺ θὰ περιμένουν νὰ καταπλακώσουν τὴν Οἰκουμένην. Πράγματι δὲ τὰ κακὰ αὐτὰ θὰ εἶναι μεγάλα, διότι αἱ οὐράνιαι καὶ ἀγγελικαὶ δυνάμεις, αἱ συγκρατοῦσαι ἤδη τὴν τάξιν τοῦ σύμπαντος, θὰ σαλευθοῦν καὶ θὰ μετακινηθοῦν, ἐπειδὴ ἡ παροῦσα μορφὴ τοῦ κόσμου θὰ παρέλθῃ, ἵνα τὸ σύμπαν ἀνακαινισθῇ. 27 Καὶ τότε οἱ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ζῶντες θὰ ἴδουν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται καθισμένος θεοπρεπῶς εἰς σύννεφον καὶ μὲ δύναμιν καὶ συνοδείαν ἀγγέλων καὶ μὲ δόξαν πολλήν.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΑ´ 35 - 36

35 Λέγω ἔξαφνα καὶ χωρὶς νὰ τὴν περιμένετε, διότι σὰν παγίς, ποὺ θὰ συλλάβῃ ἀμερίμνους ἐπάνω εἰς τὰ πονηρὰ ἔργα των τοὺς κακοὺς καὶ ἀπίστους, θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη εἰς ὅλους, ὅσοι κάθηνται ξένοιαστοι καὶ ἀσυλλόγιστοι ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς. 36 Νὰ εἶσθε λοιπὸν ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοὶ προσευχόμενοι καὶ παρακαλοῦντες κάθε ὥραν καὶ στιγμὴν τὸν Θεόν, διὰ νὰ σᾶς δώσῃ χάριν καὶ δύναμιν, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ γίνετε ἄξιοι καὶ δυνατοὶ νὰ ξεφύγετε, χωρὶς νὰ βλαβῆτε ψυχικῶς, ὅλα αὐτὰ ποὺ μέλλουν νὰ γίνουν καὶ νὰ σταθῆτε ἄφοβοι καὶ μὲ θάρρος ἐμπρὸς εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

 

ΠΗΓΗ:  www.saint.gr

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΥ (ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΕ ΑΠΟΔΟΣΗ)

 

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α' Δ´ 13 - 17

13 Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κοιμωμένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. 14 εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. 15 τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· 16 ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, 17 ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα.

 

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ

 

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α' Δ´ 13 - 17

13 Ἂς ἔλθω τώρα καὶ εἰς ἕνα ἄλλο σοβαρὸν ζήτημα. Δὲν θέλομεν, ἀδελφοί, νὰ ἔχετε σεῖς ἄγνοιαν διὰ τοὺς ἀποθαμένους, διὰ νὰ μὴ λυπῆσθε, καθὼς λυποῦνται καὶ οἱ λοιποί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἐλπίδα ἀναστάσεως. 14 Δὲν πρέπει δὲ νὰ λυπῆσθε σὰν κι’ αὐτούς, διότι ἐὰν ἔχωμεν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνεστήθη, ἔτσι πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι καὶ ὁ Θεὸς ἐκείνους, ποὺ ἀπέθαναν ἑνωμένοι διὰ τῆς πίστεως μὲ τὸν Ἰησοῦν, θὰ τοὺς φέρῃ ἐνδόξως εἰς τὴν αἰωνίαν ζωὴν μαζὶ μὲ αὐτόν. 15 Ναί· θὰ τοὺς φέρῃ μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦν. Διότι τοῦτο σᾶς λέγομεν ὄχι ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας, ἀλλὰ ἀπὸ λόγον ποὺ μᾶς εἶπεν ὁ Κύριος, ὅτι δηλαδὴ ἡμῆς οἱ ζωντανοί, ποὺ θὰ ἀπομένωμεν κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν, δὲν θὰ προφθάσωμεν τοὺς ἀποθαμένους, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς προλάβουν εἰς τὴν προαπάντησιν τοῦ Κυρίου. 16 Καὶ λέγω, ὅτι δὲν θὰ προφθάσωμεν τοὺς ἀποθαμένους, διότι αὐτὸς ὁ Κύριος μὲ πρόσταγμα, μὲ φωνὴν ἀρχαγγέλου καὶ μὲ σάλπιγγα Θεοῦ θὰ καταβῇ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ οἱ νεκροί, ποὺ ἀπέθαναν μὲ πίστιν εἰς τὸν Χριστόν, αὐτοὶ πρῶτον θὰ ἀναστηθοῦν. 17 Ἔπειτα ἠμεῖς, ποὺ θὰ ἀπομένωμεν τότε εἰς τὴν ζωήν, συγχρόνως καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺς θὰ ἁρπαχθῶμεν μὲ σύννεφα διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν τὸν Κύριον εἰς τὸ μεταξὺ γῆς καὶ οὐρανοῦ διάστημα, καὶ ἔτσι,ἀφοῦ ἀναβῶμεν μαζί του εἰς τὸν οὐρανόν, θὰ εἴμεθα πάντοτε μετὰ τοῦ Κυρίου.

 

ΠΗΓΗ:  www.saint.gr

 

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ 16-22/2/2025 ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΒΑΦΕΪΚΩΝ ΞΑΝΘΗΣ


 

 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΒΑΦΕΪΚΩΝ

                                   

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ  16/02/25 – 22/02/25

 

  

ΚΥΡΙΑΚΗ  16/02/2025

07:00 π.μ. Θεία Λειτουργία   

16:15μ.μ. Κατηχητικό

  

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ  21/02/2025

17:00 μ.μ. Ἐ­σπε­ρι­νὸς – Τρισάγιο κεκοιμημένων

  

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ  22/02/2025

07:00 π.μ. Θεία Λειτουργία – Τρισάγιο κεκοιμημένων – Τρισάγιο στο κοιμητήριο

17:00 μ.μ. Ἀ­να­στά­σι­μος  Ἐ­σπε­ρι­νὸς

  

 

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ

π. Βασίλειος Λεοντιάδης

Τηλ.6997231062

www.agiosgerasimosxanthi.blogspot.com


Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2025

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΞΑΝΘΗΣ

     ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ                                                ΞΑΝΘΗ  16-02-2025

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

«ΑΣ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΟ»

Ὅλα τά εἶχε στό πατρικό του σπίτι ὁ νέος τῆς παραβολῆς. Καί ἄνεση καί πλούτη καί στοργή πολλή. Κι ὅμως ὅλα τοῦ φαίνονταν στενά καί μονότονα καί ἡ πατρική ἀγάπη σκλαβιά. Γι’αὐτό τελικά ἀπαίτησε τό μερίδιο τῆς κληρονομιᾶς. «Πατέρα, δός μου ὅ,τι ἀπ’τήν περιουσία σου μοῦ ἀναλογεῖ. Κι’ὕστερα ἀπό λίγες μέρες ὁ νεώτερος γιός μάζεψε τά πάντα καί ταξίδεψε σέ χώρα μακρινή. Ἐκεῖ σπατάλησε τήν περιουσία του ζώντας ἄσωτα». Καί κατήντησε νά τρώει ξυλοκέρατα μέ τούς χοίρους.

Ἡ σημερινή παραβολή ἀποκαλύπτει τήν βαθύτερη φύση τῆς ἁμαρτίας, πού εἶναι ἡ ἀνταρσία τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ τελική παραπλάνησή του.

Τόν λόγο καί τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ τίς παρουσιάζει σάν βαρειές ἁλυσίδες, τήν θαλπωρή καί τήν εἰρήνη τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἀνάξιες λόγου, τήν πείρα καί τίς συμβουλές τῶν παλαιοτέρων ἀπαρχαιωμένες ἀντιλήψεις. Τό κυριώτερο ὅμως, καταστρέφει τήν προσωπική σχέσι μέ τό Θεό-Πατέρα. Ὁ ἄνθρωπος ἀπαιτεῖ ἀπ’Ἐκείνον ὅ,τι μπορεῖ νά πάρη, ὑγεία, δύναμι, μυαλό, δημιουργικότητα , ἀπόλυτη ἐλευθερία, γιά νά τά χρησιμοποιήση μακρυά Του. Μέ δικά του κριτήρια. Δέν θέλει «πάρεδῶσε»μέ τόν Πατέρα. Λές κι ‘Αὐτός, ἀπ’τόν ὁποῖο πῆρε τά ἀγαθά, νά μήν ὑπάρχη πιά.

Ὑπάρχει ὅμως κάτι ἐλπιδοφόρο σ’αὐτή τήν ἀνάλυση τῆς ἁμαρτίας. Τό «εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών»ἀποτελεῖ μιά ἰδιότυπη «φιλοφρόνηση»πρός τόν παραπλανημένο ἄνθρωπο. Ὁ Χριστός τόν βλέπει «ἐκτός ἑαυτοῦ», ὄχι ὁριστικά ἐξαχρειωμένο. Ἔχει ὅλα τά περιθώρια νά ξεπεράση τό κύκλωμα παραφροσύνης. Καί τό ξεπέρασε. Ἦλθε «εἰς ἑαυτόν».

Μιά ὑπέρβαση τῆς ἀνθρώπινης φρενοβλάβιας, τῆς ἐσωτερικῆς διασπάσεως εἶναι σέ τελευταία ἀνάλυση ἡ μετάνοια. Ἐπανεύρεση τοῦ ἀληθινοῦ μας ἑαυτοῦ μέσα στή σχέσι ἀγάπης μέ τόν Πατέρα, πού ἐνσαρκώνει τήν ἄπειρη ἀγάπη.

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

 

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΞΑΝΘΗΣ

 

Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ

κ.κ. Π Α Ν Τ Ε Λ Ε Η Μ Ο Ν Ο Σ

 

 

Κυριακή 16-02-2025             Θεία Λειτουργία εἰς τόν Ἱερό Ναό Ἁγίου

ΩΡΑ: 07:30-10:30                Γεωργίου Πολυσίτου.

 

 

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

 

 

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2025

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΑΥΣΕΩΣ ΩΣ ΣΑΒΒΑΤΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Η ΘΕΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ)

 

Τὸ Σάβ­βα­το τῆς κα­τα­παύ­σε­ως ὡς σαβ­βα­τι­σμὸς πρὶν τὴν Ἀ­νά­στα­ση (Ἡ θε­ο­λο­γί­α τοῦ Με­γά­λου Σαβ­βά­του)

Τὸ Με­γά­λο Σάβ­βα­το εἶ­ναι μί­α πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ ἡ­μέ­ρα τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δος,  μὲ πυ­κνὰ θε­ο­λο­γι­κὰ νο­ή­μα­τα. Εἶ­ναι ἡ μέ­ρα ὅ­που μνη­μο­νεύ­ε­ται ἡ κά­θο­δος τοῦ Χρι­στοῦ στὸν ἅ­δη. Ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως, λαμ­βά­νουν χώ­ρα καὶ ἄλ­λα πολ­λὰ γε­γο­νό­τα τὰ ὁ­ποῖ­α λει­τουρ­γοῦν ἐν σι­ω­πή. Ὁ Θε­ὸς ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται καὶ λει­τουρ­γεῖ πάν­το­τε ἐν σι­ω­πὴ καὶ εἰ­ρή­νη, χω­ρὶς βί­α, χω­ρὶς ἐν­τυ­πω­σι­α­σμὸ ὥ­στε νὰ μὴν προ­κα­λεῖ ἀλ­λὰ νὰ σώ­ζει καὶ νὰ ἁ­γι­ά­ζει.

Κα­νο­νι­κά, τὸ Με­γά­λο Σάβ­βα­το τε­λεῖ­ται ἑ­σπε­ρι­νὴ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­μως στὶς ἐ­νο­ρί­ες – χά­ριν οἰ­κο­νο­μί­ας – τε­λεῖ­ται τὶς πρω­ι­νὲς ὧ­ρες. Κα­τὰ τὴν ἀρ­χαί­α τά­ξη, συ­χνὰ τε­λοῦν­ταν ἑ­σπε­ρι­νὲς Θεῖ­ες Λει­τουρ­γί­ες σὲ ἡ­μέ­ρες νη­στεί­ας. Μά­λι­στα, κα­τὰ τὸ ἀρ­χαῖ­ο μο­να­στη­ρι­α­κὸ Τυ­πι­κό της Μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα, ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἑ­σπε­ρι­νὴ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α ξε­κι­νοῦ­σε καὶ τέ­λει­ω­νε πι­ὸ ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὶς ἄλ­λες φο­ρές. Στὴν δύ­ση τοῦ ἡ­λί­ου λοι­πόν, ψάλ­λον­ται γαλήνια τὸ «Κύ­ρι­ε ἐ­κέ­κρα­ξα…», τέσ­σε­ρα ἀ­να­στά­σι­μα στι­χη­ρὰ[1] τρο­πά­ρι­α τοῦ ἀ­να­στά­σι­μου ἑ­σπε­ρι­νοῦ του Σαβ­βά­του τοῦ α΄ ἤ­χου καὶ τρί­α στι­χη­ρὰ τρο­πά­ρι­α ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ ἕ­ναν θλι­βε­ρὸ μο­νό­λο­γο τοῦ ἅ­δη γιὰ τὴν ἐ­ξα­πά­τη­σή του ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι ὁ ἅ­δης πε­ρί­με­νε νὰ πα­ρα­λά­βει τὴν ψυ­χὴ ἑ­νὸς κοι­νοῦ θνη­τοῦ ἀλ­λὰ πα­ρέ­λα­βε τὸν ἀρ­χη­γὸ τῆς ζω­ῆς, τὸν Σω­τή­ρα Χρι­στό, στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν ἔ­χει κα­μι­ὰ ἐ­ξου­σί­α. Στὸ τέ­λος ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν τρο­πα­ρί­ων, κα­τα­λή­γει ὁ ποι­η­τής τους σὲ ξέ­σπα­σμα καρ­δι­α­κῆς δο­ξο­λο­γί­ας γιὰ τὴν Ἁ­γί­α Σταύ­ρω­ση καὶ τὴν Ἁ­γί­α Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἀ­κο­λού­θως, ψάλ­λε­ται ἕ­να δο­ξα­στι­κὸ[2] ὅ­που το θέ­μα τοῦ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὴν ἀ­να­γω­γὴ τῆς ἐν­το­λῆς τοῦ Σαβ­βά­του τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη ὅ­που πλέ­ον ἡ κα­τά­παυ­ση παίρ­νει ἕ­να νέ­ο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, ἡ ἀ­νά­παυ­ση τῆς ἕ­κτης ἡ­μέ­ρας κα­τὰ τὴν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου, γί­νε­ται ἐν­το­λὴ γιὰ ἀ­νά­παυ­ση τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πὸ τὶς ἐρ­γα­σί­ες τους ὥ­στε νὰ ἀ­φι­ε­ρω­θοῦν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν Θε­ὸ μέ­σω προ­σευ­χῆς, με­λέ­της καὶ ἐ­λε­η­μο­σύ­νης. Στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη, ὁ σαβ­βα­τι­σμὸς τοῦ Χρι­στοῦ γί­νε­ται ἀ­φορ­μὴ ὥ­στε μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου τὴν Κυ­ρι­α­κή, νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ὁ κό­σμος ἀ­πὸ τὴν φθο­ρά, τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὸν θά­να­το καὶ ἀ­να­και­νι­σμέ­νος πλέ­ον ὁ κό­σμος, νὰ χαί­ρε­ται τὴν Κυ­ρι­α­κὴ ἡ­μέ­ρα, τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του.

Ἔ­πει­τα, ἐ­πι­συ­νά­πτε­ται καὶ ἕ­να θε­ο­το­κί­ο[3], ὅ­που ὁ ποι­η­τὴς τοῦ μνη­μο­νεύ­ει τὴν Θε­ο­τό­κο καὶ τὴν ἄ­σπο­ρη κύ­η­σή της, χά­ρη στὴν ὁ­ποί­α ὁ κό­σμος ὀ­φεί­λει εὐ­γνω­μο­σύ­νη για­τί γέν­νη­σε τὸν ἀ­λη­θι­νὸ Σω­τή­ρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος πο­λέ­μη­σε τοὺς ἐ­χθροὺς καὶ χά­ρι­σε στὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα τὴν Αἰ­ώ­νι­ο Ζω­ή.

Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας εἰ­σο­δεύ­ει μὲ τὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ προ­σκυ­νοῦ­νε ὅ­λοι ὡς τὸν Λό­γο τοῦ Θε­οῦ καὶ τὴν ἀ­λη­θι­νὴ σο­φί­α Του καὶ ψάλ­λε­ται ὁ ἐ­πι­λύ­χνι­ος ὕ­μνος «Φῶς ἱ­λα­ρόν…» στὸ τέ­λος τοῦ ὁ­ποί­ου στὴν παλιὰ τάξη, ἔ­παιρ­νε ὁ νε­ω­κό­ρος ἀ­ναμ­μέ­νη λαμ­πά­δα ἀ­πὸ τὸν ἱ­ε­ρέ­α καὶ ἄ­να­βε τὰ καν­τή­λια καὶ τὰ κε­ριὰ κα­τὰ τὴν τά­ξη τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας. Ἀ­κο­λού­θως δι­α­βά­ζον­ται κά­ποια ἀ­να­γνώ­σμα­τα. Στὴν τά­ξη τοῦ Τριωδίου, τὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τα ἦ­ταν δε­κα­πέν­τε στὸν ἀ­ριθ­μὸ ὥ­στε νὰ προ­λά­βουν νὰ βα­πτι­στοῦν οἱ κα­τη­χού­με­νοι, οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­κεῖ­νοι οἱ ὁ­ποῖ­οι ἤ­θε­λαν νὰ ἀ­φή­σουν τὴν πα­λιά τους ζω­ὴ καὶ νὰ γί­νουν χρι­στια­νοί. Στὶς ἐ­νο­ρί­ες ἐ­πι­κρά­τη­σε νὰ δι­α­βά­ζον­ται μό­νο τρί­α ἀ­να­γνώ­σμα­τα, τὰ πι­ὸ ση­μαν­τι­κά.

Τὸ πρῶ­το ἀ­να­γνω­σμα[4] ἀ­φο­ρᾶ τὴν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου καὶ τὴν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ φω­τός. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ὁ κυ­ρί­αρ­χός της ζω­ῆς καὶ ὁ ποι­η­τὴς τοῦ κό­σμου, κά­τω ἀ­πὸ τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πα­κού­ει κά­θε τί. Ὁ Θε­ὸς λοι­πόν, ὁ δη­μι­ουρ­γός του κό­σμου, τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­να­δη­μι­ουρ­γεῖ τὸν κό­σμο καὶ τὸν ἄν­θρω­πο, δί­δον­τάς του ξα­νὰ τὴν προ­ο­πτι­κή της αἰ­ω­νί­ου Βα­σι­λεί­ας.

Στὸ δεύ­τε­ρο ἀ­να­γνω­σμα[5], τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­φο­ρᾶ τὴν δύ­να­μη τῆς με­τά­νοι­ας, ἀ­κού­γε­ται τὸ ἀ­πό­σπα­σμα ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν Ἰ­ω­νὰ καὶ τὴν πό­λη τῆς Νι­νευ­ῆ. Ὁ προ­φή­της Ἰ­ω­νὰς λαμ­βά­νει τὴν ἐν­το­λὴ ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ νὰ πά­ει στὴν Νι­νευ­ὴ καὶ νὰ ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι θὰ κα­τα­στρέ­ψει τὴν πό­λη λό­γω τῆς ἁ­μαρ­τί­ας τῶν κα­τοί­κων. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως δὲν πη­γαί­νει στὴν Νι­νευ­ὴ ἀλ­λὰ σὲ μί­α ἄλ­λη πό­λη, τὴν Θαρ­σὶς ὥ­στε νὰ ἀ­πο­φευ­χθεῖ ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ. Στὸ πλοῖ­ο ὅ­που ἐ­πι­βι­βά­στη­κε, προ­κα­λεῖ­ται τα­ρα­χὴ λό­γω τρι­κυ­μί­ας τῆς θά­λασ­σας καὶ τὸ πλή­ρω­μα κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι κά­ποιος ἁ­μάρ­τη­σε στὸν Θε­ὸ γι’ αὐ­τὸ καὶ ξέ­σπα­σε αὐ­τὸς ὁ κλυ­δω­νι­σμὸς τῆς θά­λασ­σας. Τρα­βοῦν λοι­πὸν κλῆ­ρο με­τα­ξύ τους ὥ­στε νὰ πέ­σει ὁ ἔ­νο­χος στὴν θά­λασ­σα καὶ νὰ σω­θοῦν οἱ ὑ­πό­λοι­ποι καὶ ὁ κλῆ­ρος τυ­χαί­νει στὸν Ἰ­ω­νὰ λό­γω τῆς πα­ρα­κο­ῆς του. Ρί­πτε­ται λοι­πὸν ὁ Ἰ­ω­νὰς  στὴν θά­λασ­σα καὶ δὲν πνί­γε­ται ἀλ­λὰ κα­τὰ θεί­α ἐν­το­λὴ τὸν κα­τα­πί­νει ἕ­να κῆ­τος στὴν κοι­λιὰ τοῦ ὁ­ποί­ου πα­ρα­μέ­νει με­τα­νο­ῶν γιὰ τρεῖς μέ­ρες καὶ ἐν τέ­λει τὸ κῆ­τος ξε­βρά­ζει τὸν Ἰ­ω­νὰ κον­τὰ σὲ μί­α ἀ­κτή, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πεῖ­χε ἡ Νι­νευ­ὴ τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Ἐ­κεῖ, ὁ Ἰ­ω­νὰς ἀ­ναγ­κά­ζε­ται πλέ­ον νὰ μη­νύ­σει στοὺς Νι­νευ­ί­τες τὴν ἐ­περ­χό­με­νη κα­τα­στρο­φὴ τῆς πό­λε­ώς τους λό­γω τῆς ἁ­μαρ­τί­ας σὲ τρεῖς μέ­ρες. Ὁ βα­σι­λιὰς καὶ ὁ λα­ὸς τῆς Νι­νευ­ῆ πέ­φτουν σὲ με­τά­νοι­α, νη­στεύ­ουν καὶ κοι­μοῦν­ται σὲ σά­κους θρη­νών­τας. Ὁ δὲ Ἰ­ω­νὰς βγαί­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη ὥ­στε νὰ δεῖ τὴν κα­τα­στρο­φὴ ἀ­πὸ μα­κρι­ά. Καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα φυ­τρώ­νει μιὰ πο­λὺ με­γά­λη κο­λο­κυ­θιὰ ἡ ὁ­ποί­α μὲ τὴ σκι­ὰ τῆς ἀ­να­κου­φί­ζει τὸν Ἰ­ω­νὰ ἀ­πὸ τὸν καύ­σω­να τοῦ ἥ­λι­ου. Τὸ βρά­δυ ὅ­μως δι­έ­τα­ξε ὁ Θε­ὸς ἕ­να σκου­λή­κι νὰ φά­ει τὴν κο­λο­κυ­θιὰ καὶ νὰ σα­πί­σει. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­θη­κε ὁ Ἰ­ω­νὰς καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει καὶ νὰ θλί­βε­ται γιὰ τὴν κο­λο­κυ­θιά. Τό­τε λοι­πὸν ὁ Θε­ὸς λέ­ει στὸν Ἰ­ω­νά: ἂν ἐ­σὺ λυ­πή­θη­κες γιὰ τὴν κο­λο­κυ­θιὰ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α οὔ­τε κου­ρά­στη­κες νὰ τὴν σπεί­ρεις οὔ­τε  νὰ τὴν με­γα­λώ­σεις, ἐ­γὼ δὲν θὰ καμ­πτό­μουν ἀ­πὸ τὴν βα­θι­ὰ με­τά­νοι­α τῶν Νι­νευ­ι­τῶν καὶ θὰ τοὺς χά­ρι­ζα τὴν ζω­ή;

Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­να­γνω­σμα[6] μνη­μο­νεύ­ον­ται οἱ τρεῖς παῖ­δες, ὁ Ἀ­να­νί­ας, ὁ Ἀ­ζα­ρί­ας καὶ ὁ Μι­σα­ὴλ οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν προ­σκύ­νη­σαν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ ἀ­σε­βῆ βα­σι­λιὰ τῶν Βα­βυ­λω­νί­ων Να­βου­χο­δο­νό­σο­ρα. Γιὰ τὴν ἄρ­νη­σή τους αὐ­τὴ ρί­χτη­καν σὲ κλί­βα­νο ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τε­ρά­στι­ες φλό­γες. Καὶ ἐ­κεῖ, οἱ τρεῖς παῖ­δες ξε­κί­νη­σαν νὰ προ­σεύ­χον­ται, νὰ θυ­μοῦν­ται τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἀ­πο­στα­σί­ας τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ καὶ τε­λι­κὰ γρή­γο­ρα ἡ προ­σευ­χὴ με­τα­τρά­πη­κε σὲ ὕ­μνο δο­ξο­λο­γί­ας, κα­θό­τι ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν τὰ θαυ­μά­σι­α του Θε­οῦ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε μπρο­στὰ στὰ ἀ­πο­ρη­μέ­να μά­τια ὅ­λων, ὅ­τι ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ δρό­σι­ζε τὴν κά­μι­νο καὶ οἱ τρεῖς παῖ­δες δὲν βλά­πτον­ταν ἀ­πὸ τὴν φω­τιά. Στὸ τέ­λος τοῦ ἀ­να­γνώ­σμα­τος, ψάλ­λε­ται πα­νη­γυ­ρι­κὰ καὶ με­γα­λό­πρε­πα ὁ ὕ­μνος τῶν τρι­ῶν παί­δων[7] ὅ­που ὅ­λη ἡ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ τὰ πλά­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ ὑ­μνοῦν καὶ δο­ξο­λο­γοῦν τὸν Θε­ό.

Στὰ τρί­α αὐ­τὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τα φαί­νε­ται ἡ πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ, ἡ προ­στα­σί­α ποὺ πα­ρέ­χει σὲ αὐ­τοὺς ποὺ ἀρ­νοῦν­ται τὰ κά­θε εἴ­δους εἴ­δω­λα ἀλ­λὰ προ­τυ­πώ­νον­ται καὶ ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ καὶ ἡ εὐ­φρο­σύ­νη τῶν δι­καί­ων. Με­τὰ ἀ­πὸ τὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τα ψάλ­λε­ται ὁ βα­πτι­στι­κὸς ὕ­μνος «Ὅ­σοι εἰς Χρι­στὸν ἐ­βα­πτί­σθη­τε Χρι­στὸν ἐ­νε­δύ­σα­σθε˙ Ἀλ­λη­λού­ι­α» καὶ ἀ­να­γι­νώ­σκε­ται τὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­να­γνω­σμα, τὰ ὁ­ποῖ­α συν­δέ­ον­ται. Εἶ­ναι δη­λα­δὴ ὁ ὕ­μνος τῶν βα­πτι­σμέ­νων – φω­τι­σμέ­νων πλέ­ον, οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­θὼς ἔμ­παι­ναν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸν κυ­ρί­ως να­ὸ ἔ­ψαλ­λαν, κρα­τών­τας ἀ­ναμ­μέ­νες λαμ­πά­δες καὶ φο­ρών­τας λευ­κοὺς βα­πτι­στι­κοὺς χι­τῶ­νες. Τὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα[8] ἔ­χει ὡς πε­ρι­ε­χό­με­νο τὴν ἄρ­νη­ση τῆς πα­λιᾶς ζω­ῆς τους καὶ τὴν ἀ­νά­δυ­ση τοῦ νέ­ου – ἀ­να­και­νι­σμέ­νου ἐ­αυ­τοῦ τοὺς μέ­σα ἀ­πὸ τὴν σω­στι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ κατ’ ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ Χρι­στοῦ, μέ­σω τῶν Μυ­στη­ρί­ων. Μὲ τὸν θά­να­το τοῦ Χρι­στοῦ στὸν Σταυ­ρό, σταυ­ρω­νό­μα­στε καὶ ἐ­μεῖς ὥ­στε νὰ γί­νου­με κοι­νω­νοὶ καὶ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του.

Μὲ τὴν κα­τα­κλεί­δα τοῦ ἀ­πο­στο­λι­κοῦ ἀ­να­γνώ­σμα­τος ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­πεκ­δύ­ε­ται τὴν πέν­θι­μη στο­λὴ καὶ ἐν­δύ­ε­ται τὴν λαμ­πρὰ – τὴν λευ­κὴ – καὶ ψάλ­λον­τας με­γα­λο­φώ­νως τὸν ὕ­μνο «Ἀ­νά­στα ὁ Θε­ὸς κρῖ­νον τὴν γῆν˙ ὅ­τι σὺ κα­τα­κλη­ρο­νο­μή­σεις ἐν πά­σι τοῖς ἔ­θνε­σι», σκορ­πών­τας φύλ­λα δάφ­νης σὲ ὅ­λο το να­ό. Πλέ­ον ἀλ­λά­ζει ἡ λει­τουρ­γι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε γιὰ τὴν χα­ρὰ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸν Χρι­στὸ νὰ θυ­σι­α­στεῖ ὥ­στε νὰ τὸν κοι­νω­νή­σου­με καὶ νὰ γί­νου­με κι ἐ­μεῖς κα­τὰ χά­ριν θε­οί. Καὶ μά­λι­στα, πρῶ­τα τὸν κοι­νω­νᾶ­με ὡς Λό­γο Θε­οῦ μὲ τὸν λό­γο Του, μὲ τὸ Ἀ­να­στά­σι­μο Εὐ­αγ­γέ­λι­ο[9], τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­κο­λου­θεῖ εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως.

Ἀ­κο­λού­θως, ψάλ­λε­ται ἀν­τὶ τοῦ Χε­ρου­βι­κοῦ ὕ­μνου, ὁ ἀρ­χαῖ­ος ὕ­μνος «Σι­γη­σά­τω πά­σα σάρξ…». Εἶ­ναι ὁ ὕ­μνος ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­λύ­πτει τὸν χρό­νο κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­φοῦ δια­βά­σει μιὰ προ­σω­πι­κὴ προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὴ εὐ­χὴ γιὰ τὴν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α ποὺ πρό­κει­ται νὰ τε­λέ­σει, θυ­μιά­ζει τὸ να­ὸ καὶ με­τα­φέ­ρει τὰ Τί­μι­α Δῶ­ρα ἀ­πὸ τὴν Προ­σκο­μι­δὴ στὴν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα. Ὁ ὕ­μνος αὐ­τὸς ἔ­χει ἔν­το­να καὶ βα­θει­ὰ λό­για. Θὰ κά­νου­με μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ τὸν με­τα­φρά­σου­με: «Ἃς σι­γή­σει κά­θε θνη­τὸ καὶ σάρ­κι­νο καὶ ἃς στα­θεῖ μὲ φό­βο καὶ τρό­μο καὶ ἃς μὴ λο­γί­ζε­ται (σκέ­φτε­ται) τί­πο­τα γή­ι­νο δι­ό­τι ὁ Βα­σι­λεὺς τῶν βα­σι­λευ­όν­των καὶ Κύ­ρι­ος των ἐ­ξου­σι­α­στῶν προ­σέρ­χε­ται νὰ σφα­για­στεῖ καὶ νὰ δο­θεῖ ὡς τρο­φὴ στοὺς πι­στους˙ πο­ρεύ­ον­ται μπρο­στὰ οἱ χο­ροὶ τῶν Ἀγ­γέ­λων μὲ τὴν σει­ρὰ κα­τὰ τὴν τά­ξη τους˙ τὰ Χε­ρου­φεὶμ ποὺ εἶ­ναι πο­λυ­όμ­μα­τα (ἔ­χουν πολ­λὰ μά­τια) καὶ τὰ ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γα Σε­ρα­φεὶμ (ἔ­χουν ἕ­ξι φτε­ρὰ) κα­λύ­πτον­τας ἀ­πὸ εὐ­λά­βει­α τὰ πρό­σω­πά τους μὲ τὰ φτε­ρά τους καὶ ψάλ­λον­τας με­γα­λό­φω­να τὸν ὕ­μνο Ἀλ­λη­λού­ι­α (δο­ξά­στε τὸν Κύ­ρι­ο)».

Τὰ λό­για αὐ­τοῦ του ὕ­μνου – ποὺ στὰ πα­λιὰ χρό­νι­α δι­α­τυ­πώ­νε­ται μὲ τὴν φρά­ση «τὸ μυ­στι­κὸν» – θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν συμ­πε­ρί­λη­ψη τῆς Θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας ἀλ­λὰ καὶ κά­θε Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας. Ἐκφράζουν τἡν ἀ­πό­λυ­τη, ἑ­κού­σι­α πτω­χεί­α (κέ­νω­ση ὅ­πως λέ­γε­ται στὴν γλώσ­σα τῆς Θε­ο­λο­γί­ας) τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σέρ­χε­ται ὥ­στε νὰ χύ­σει τὸ Αἷ­μα Του ὡς λύ­τρο γιὰ τὴν σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου. Θυ­σι­ά­ζε­ται ὁ μό­νος ἀ­θῶ­ος καὶ ση­κώ­νει τὸ βά­ρος τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν ὅ­λου του κό­σμου ὥ­στε νὰ ξα­να­γί­νει ὁ ἄν­θρω­πος κλη­ρο­νό­μος τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τὸς ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σε τὰ πάν­τα, κα­τα­δέ­χε­ται νὰ θα­να­τω­θεῖ ἀ­πὸ τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά Του γιὰ νὰ δεί­ξει τὸν ἀ­λη­θι­νὸ δρό­μο τῆς τα­πεί­νω­σης ποὺ ὁδηγεῖ μέ­χρι τὴν θυ­σί­α πά­νω στὸ Σταυ­ρό. Αὐ­τὴ ἡ θυ­σί­α εἶ­ναι ἡ ἀ­νώ­τα­τη ἀ­γά­πη[10]. Εἶ­ναι μιὰ ἀ­γά­πη ποὺ φτά­νει μέ­χρι τὸ ση­μεῖ­ο νὰ συγ­χω­ρε­θοῦν οἱ σταυ­ρω­τές Του. Αὐ­τὸς λοι­πόν, ὁ Χρι­στός, προ­σέρ­χε­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά, σὲ κά­θε Θεί­α Λει­τουρ­γί­α νὰ σφα­για­στεῖ ὥ­στε νὰ δο­θεῖ πρὸς βρῶ­σιν σὲ ὅ­λους μας, ὥ­στε νὰ γί­νου­με κοι­νω­νοὶ τῆς Θε­ό­τη­τός Του καὶ νὰ γί­νου­με κα­τὰ χά­ριν χρι­στοί, δη­λα­δὴ θε­άν­θρω­ποι.

Μπρο­στά σε αὐ­τὸ τὸ γε­γο­νὸς λοι­πὸν πε­ριτ­τεύ­ει κά­θε τί γή­ι­νο καὶ ἀν­θρώ­πι­νο. Μπρο­στὰ στὸ με­γα­λεῖ­ο της Θε­ό­τη­τας δὲν χω­ρᾶ­νε τὰ πρό­σκαι­ρα. Μᾶς κα­λεῖ λοιπὸν ὁ ὑ­μνω­δὸς στὸ νὰ σω­πά­σου­με καὶ νὰ στα­θοῦ­με μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἁρ­μό­ζει στὸν Βα­σι­λιὰ τῶν βα­σι­λευ­όν­των καὶ μό­νο Κύ­ρι­ο. Κα­λύ­πτον­τας τὴν δι­κή μας κον­τό­φθαλ­μη μα­τιά καὶ παριστάμενοι μπρο­στὰ στὸν Θε­ὸ μὲ μά­τια ποὺ κοι­τά­ζουν πρὸς τὰ ἐ­πά­νω, πρὸς τὰ ὑ­ψη­λά, στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.

Κα­θὼς δι­α­πι­στώ­νου­με τὴν δι­κή μας ἀ­να­ξι­ό­τη­τα καὶ τὴν ἀ­πό­στα­σή μας ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ Θε­οῦ, τα­πει­νω­νό­μα­στε[11], «λογ­χι­ζό­μα­στε[12]» ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ καὶ κραυ­γά­ζου­με μὲ πί­στη καὶ ἐλ­πί­δα «Ἀλ­λη­λού­ι­α». Μό­νο δό­ξα καὶ ὕ­μνος ἁρ­μό­ζει στὸν Θε­ὸ ποὺ θέ­λει νὰ χα­ρί­σει θε­ό­τη­τα στὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά Του. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἄγ­γε­λοι δὲν ἀν­τέ­χουν αὐ­τὴ τὴν δό­ξα τῆς τα­πεί­νω­σης τοῦ Θε­οῦ καὶ ὑ­πο­κλί­νον­ται δο­ξο­λο­γών­τας Τον.

Σὲ αὐ­τὴ τὴν δι­α­δρο­μὴ τῆς Με­γά­λης Εἰ­σό­δου, σὲ ἕ­ναν να­ὸ ποὺ εἶ­ναι στρω­μέ­νος μὲ δαφ­νό­φυλ­λα, ὡς πα­ρέ­λα­ση βα­σι­λι­κῆς δό­ξας, ὅ­που προ­πο­ρεύ­ον­ται τὰ σύμ­βο­λα τῆς Νί­κης (ὁ Σταυ­ρός, οἱ ἧ­λοι καὶ ἡ λόγ­χη) καὶ τὰ λει­τουρ­γι­κὰ πνεύ­μα­τα (τὰ ἀγ­γε­λι­κὰ τάγ­μα­τα), ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ Βα­σι­λιὰς τοῦ κό­σμου, κου­βα­λών­τας στὸ Σῶ­μα Τοῦ τὰ ἑ­κού­σι­α ση­μά­δια τῆς Θυ­σί­ας καὶ Εὐ­αγ­γε­λί­ζον­τας τοὺς πι­στοὺς γιὰ τὴν Ἀ­νά­στα­ση. Αὐ­τὰ τὰ τε­λού­με­να, δὲν εἶ­ναι πλέ­ον σκι­ὲς καὶ προ­τυ­πώ­σεις ἀλ­λὰ ἀ­λη­θι­νὰ γε­γο­νό­τα. Ταυ­τό­χρο­να δέ, μᾶς ἑ­τοι­μά­ζουν γιὰ τὴν ἐ­παγ­γελ­μέ­νη ἡ­μέ­ρα τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου ἐν τῇ ἐ­σχά­τη ἡ­μέ­ρα[13] με­τὰ δό­ξης. «Ὄ­ψον­ται εἰς ὃν ἐ­ξε­κέν­τη­σα­ν[14]». Τότε ποὺ θα ἀνατεῖλει ἡ Ὁγδόη ἡμέρα, ἡ ἡμέρα τοῦ ἀνεσπέρου Φωτὸς τῆς Βασιλείας του Θεοῦ.

Τέ­λος, θὰ στα­θοῦ­με καὶ στὸν κοι­νω­νι­κὸ ὕ­μνο τῆς ἡ­μέ­ρας αὐ­τῆς: «Ἐ­ξη­γέρ­θη ὡς ὁ ὑ­πνῶν Κύ­ρι­ος, καὶ ἀ­νέ­στη σώ­ζων ἠ­μᾶς˙ Ἀλ­λη­λού­ι­α». Ἔ­χει ση­μα­σί­α ὅ­τι τὴν ὥ­ρα ποὺ γί­νε­ται ἡ ἕ­νω­σή μας μὲ τὸν Θε­ὸ ψάλ­λε­ται αὐ­τὸς ὁ στί­χος. Λέ­ει ὅ­τι ἤ­δη συν­τε­λέ­στη­κε ἡ ἐ­ξέ­γερ­ση τοῦ Κυ­ρί­ου σὰν νὰ ἦ­ταν ὑ­πνῶν, σὰν νὰ κοι­μό­ταν, καὶ ἀ­νι­στά­με­νος, μᾶς σώ­ζει. Ὁ πα­ρελ­θον­τι­κὸς χρό­νος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται, δεί­χνει τὴν πε­ποί­θη­ση τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως ὡς γε­γο­νὸς ἀ­λη­θι­νό. Ὄ­χι μό­νο της Ἀ­νά­στα­σης τοῦ Χρι­στοῦ ἀλ­λὰ τοῦ κά­θε πι­στοῦ. Ὁ Χρι­στὸς δὲν πε­θαί­νει ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ἑ­κού­σι­α πέ­θα­νε[15], δι­α­τά­ζον­τας ὁ ἴ­διος τὸν θά­να­το νὰ ἔρ­θει, ὄν­τας ὁ ἀρ­χη­γὸς τῆς ζω­ῆς.  Καὶ ξύ­πνη­σε, ὥ­στε μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­σή Του νὰ σώ­σει τὸ γέ­νος τοῦ Ἀ­δὰμ ἀ­πὸ τὸν θά­να­το. Ἀ­κό­μη καὶ κατὰ τὸν χρόνο τῆς κα­θό­δου στὸν Ἅ­δη, ὁ Χρι­στὸς ἐρ­γά­ζε­ται τὴν σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων, κη­ρύτ­τον­τας στοὺς νε­κροὺς καὶ ἀ­νι­στά­με­νος σώ­ζει ὅ­λους ὅ­σοι πί­στε­ψαν στὸ κή­ρυγ­μά Του. Τώρα πλέον οἱ ψυχὲς δὲν καταδικάζονται στὸν ζοφερὸ ᾍδη, ἀλλὰ παραμένουν σὲ ἐνδιάμεση κατάσταση προγευόμενοι τὴν τελικὴ κρίση ἀνάλογα μὲ τὴ ζωή τους.

Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ στὴν εἰ­κό­να τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ἡ νί­κη ἐ­πὶ τοῦ θα­νά­του μὲ τὸ σπά­σι­μο τῶν ἁ­λυ­σί­δων καὶ τῶν θυ­ρῶν τοῦ ἅ­δη καὶ τὸ κρά­τη­μα τοῦ χε­ριοῦ τοῦ Χρι­στοῦ στὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος (κρα­τά­ει ὁ Χρι­στὸς στὸ ἕ­να χέ­ρι τὸν Ἀ­δὰμ καὶ στὸ ἄλ­λο τὴν Εὕ­α) ὥ­στε νὰ τοὺς βο­η­θή­σει νὰ ἀ­να­στη­θοῦν. Καὶ ὁ κό­σμος ποὺ μέ­χρι τό­τε βρί­σκον­ταν στὸ σκο­τά­δι τῆς ἀ­γνω­σί­ας καὶ τῆς ἀ­πό­γνω­σης, τώ­ρα λού­ζε­ται στὸ Φω­ς[16] τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως καὶ ἑ­τοι­μα­ζό­μα­στε νὰ ψάλ­λου­με τὸ βρά­δυ τῆς Ἁναστάσεως: «Νῦν πάν­τα πε­πλή­ρω­ται φω­τός, οὐ­ρα­νὸς τὲ καὶ γῆ, καὶ τὰ κα­τα­χθό­νι­α· ἐ­ορ­τα­ζέ­τω γοῦν πά­σα κτί­σις, τὴν Ἔ­γερ­σιν Χρι­στοῦ, ἐν ἢ ἐ­στε­ρέ­ω­ται».

 

 



[1] Στι­χη­ρὰ λέ­γον­ται τὰ τρο­πά­ρι­α ποὺ ξε­κι­νοῦν μὲ κά­ποιον ψαλ­μι­κὸ στί­χο.

[2] Δο­ξα­στι­κὰ λέ­γον­ται τὰ τρο­πά­ρι­α ποὺ ξε­κι­νοῦν μὲ τὸ «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῶ καὶ Ἁ­γί­ω Πνεύ­μα­τι…».

[3] Θε­ο­το­κί­α λέ­γον­ται οἱ ὕ­μνοι ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται στὴν Θε­ο­τό­κο καὶ στὸν ρό­λο ποὺ ἔ­παι­ξε στὴν Θεί­α Οἰ­κο­νο­μί­α.

[4] Ἀ­νά­γνω­σμα α’.

[5] Ἀ­νά­γνω­σμα δ’.

 

[6] Ἀ­νά­γνω­σμα ιε΄.

[7] σ.σ. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει μέ­ρα τοῦ χρό­νου ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­φέ­ρον­ται τὰ λει­τουρ­γι­κὰ βι­βλί­α στοὺς τρεῖς παῖ­δες. Ἰ­δι­αί­τε­ρα στὸν ὄρ­θρο ἀλ­λὰ καὶ σὲ κά­θε κα­νό­να. 

[8] Πρὸς Ρωμαίους κεφ. στ΄, στίχ.3-11.

[9] Κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον  κεφ. κη΄, στίχ. 1-20.

[10] Μεί­ζο­να ταύ­της ἀ­γά­πην οὐ­δεὶς ἔ­χει, ἴ­να τὶς τὴν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ θῆ ὑ­πὲρ τῶν φί­λων αὐ­τοῦ. Ἰωαν. ιε’, στίχ. 13.

[11] «Κα­τὰ τοῦ­το τι­τρώ­σκο­μαι τὴ ἀ­γά­πη ἐ­κεί­νου», Ἁ­γί­ου Συ­με­ὼν τοῦ Νέ­ου Θε­ο­λό­γου ιστ΄ ὕμνος τῶν θεί­ων ἐ­ρώ­των.

[12] «Σὲ γὰρ ὁ­ρῶν τι­τρώσκο­μαι τὰ ἐν­τός της καρ­δί­ας καὶ βλε­πειν οὐκ ἰ­σχύ­ω σε καὶ μὴ βλε­πειν οὐ φέ­ρω˙ ἀ­πρό­σι­τόν το κάλ­λος σου, ἀ­μί­μη­τόν το εἶ­δος, ἀ­σύγ­κρι­τος ἡ δό­ξα σου, καὶ τὶς πό­τε σὲ εἶ­δεν ἡ τὶς ἰ­δειν σὲ δυ­νη­θῆ ὅ­λον, σέ, τὸν Θε­όν μου;», Ἁ­γί­ου Συ­με­ὼν τοῦ Νέ­ου Θε­ο­λό­γου μβ΄ ὕμνος τῶν θεί­ων ἐ­ρώ­των.

[13] Ίωαν. κεφ.ιβ΄, στίχ. 48.

[14] Ίωαν. κεφ. ιθ΄, στίχ. 37.

[15] Συ­με­ὼν Με­τα­φρα­στού, Εἰς θρῆ­νον τῆς Θε­ο­τό­κου, PG 114, 217 Α.

[16] Τρο­πά­ρι­ο γ΄ ὠ­δῆς Ἀ­να­στά­σι­μου κα­νό­νος τοῦ Πά­σχα, ποί­η­μα Ἄγ. Ἰ­ω­άν. Δα­μα­σκη­νοῦ.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

 

Τὸ Μυ­στή­ρι­ο τοῦ Γά­μου

Τὸ Μυ­στή­ρι­ο τοῦ Γά­μου ὀ­φεί­λου­με νὰ τὸ ἐ­κλαμ­βά­νου­με – ὅ­πως λέ­ει καὶ ἡ δι­α­τύ­πω­σή του – ὡς μυ­στή­ρι­ο. Ὁ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸς γά­μος δὲν εἶ­ναι, ὅ­πως λέ­γε­ται, ἡ σφρα­γί­δα τοῦ Θε­οῦ στὴ σχέ­ση μας, οὔ­τε εἶ­ναι ἡ νο­μι­μο­ποί­η­ση τῶν ἐ­ρω­τι­κῶν ἐ­πα­φῶν. Πρωτίστως, εἶ­ναι ἡ ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τοῦ Βα­πτί­σμα­τος καὶ τοῦ Χρί­σμα­τος ὡς τὸ Μυ­στή­ρι­ο τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ Ἀρ­ρα­βώ­να τοῦ πι­στοῦ ὡς μέ­λος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μὲ τὸν ἴ­διο τὸν Νυμ­φί­ο Χρι­στὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος Ἀρ­ρα­βώ­νας θὰ βρεῖ τὴν πλη­ρό­τη­τά του κα­τὰ τὴν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι δη­λα­δὴ τὸ Μυ­στή­ρι­ο ἐ­κεῖ­νο ὅ­που οἱ πι­στοὶ προ­σφέ­ρουν τὸ σῶ­μα τους καὶ τὴν ψυ­χή τους πρὸς τὸν Χρι­στὸ ὥ­στε ἐ­κεῖ­νος νὰ τὰ εὐ­λο­γή­σει, νὰ τὰ ἑ­νώ­σει, νὰ τὰ καρ­πο­φο­ρή­σει πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἐν τέ­λει νὰ τὰ ἁ­γι­ά­σει καὶ νὰ μᾶς τὰ ξα­να­προ­σφέ­ρει ἁ­γι­α­σμέ­να πλέ­ον ὥ­στε νὰ τὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με ὡς δῶ­ρα τοῦ Θε­οῦ καὶ ὡς συν­δι­α­χει­ρι­στὲς τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας ἀ­πὸ τώ­ρα ὡς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μας.

Γιὰ αὐ­τὸ ὁ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸς Γά­μος ξε­κι­νά­ει ἀ­πὸ τὸ Βά­πτι­σμα καὶ τὸ Χρί­σμα καὶ ἐ­πε­κτεί­νον­ται ὡς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μας. Γιὰ αὐ­τὸ καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εὐ­λο­γεῖ καὶ προ­σφέ­ρει στέ­φα­να στοὺς νε­ό­νυμ­φους, ὥ­στε νὰ τοὺς στε­φα­νώ­σει προ­κα­τα­βο­λι­κὰ γιὰ τὶς θυ­σί­ες καὶ τὰ μαρ­τύ­ρι­α ποὺ πρό­κει­ται νὰ λά­βουν χώ­ρα στὴ ζω­ή τους γιὰ νὰ σταυ­ρώ­σουν τὸ ἐ­γω­ι­σμό τους καὶ νὰ φτά­σουν στὴν πο­θη­τὴ ἐν Ἁ­γί­ω Πνεύ­μα­τι ἕ­νω­ση καὶ τε­λεί­α ἀ­γά­πη ὅ­πως ὁ Χρι­στός.

Ὁ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸς Γά­μος εἶ­ναι γά­μος Παρ­θε­νί­ας μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι οἱ νε­ό­νυμ­φοι ἀ­γω­νί­ζον­ται ἀ­πὸ κοι­νοῦ γιὰ νὰ ἀ­φι­ε­ρω­θοῦν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν Θε­ὸ ὅ­πως κά­νουν καὶ οἱ μο­να­χοί, μὲ τὴν δι­α­φο­ρὰ ὅ­τι οἱ ἔγ­γα­μοι ἀλ­λη­λο­βο­η­θι­οῦν­ται βα­στά­ζον­τας ὁ ἕ­νας τα βά­ρη τοῦ ὅ­λου. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ κα­λεῖ­ται Μυ­στή­ρι­ο. Για­τί οἱ δύ­ο γί­νον­ται ἕ­να ὅ­πως εἶ­ναι καὶ ὁ Χρι­στὸς ἑ­νω­μέ­νος μὲ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­πως εἶ­ναι καὶ ἡ Ἁ­γί­α Τρι­ά­δα τρί­α καὶ ἕ­να μα­ζί. Ἡ «σάρ­κα μί­α» δη­λώ­νει τὴν ἕ­νω­ση ὄ­χι μό­νο της σάρ­κας ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ζευ­γα­ριοῦ μὲ τὸ Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ – τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Τὸ ἀν­δρό­γυ­νο δὲν παν­τρεύ­ε­ται μό­νο με­τα­ξύ του ἀλ­λὰ παν­τρεύ­ε­ται καὶ μὲ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, τὸν Νό­μο καὶ τοὺς Προ­φῆ­τες δη­λα­δὴ μὲ τὸν Χρι­στό!

Τὸ γλέν­τι ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ με­τὰ τὸν Γά­μο δὲν εἶ­ναι γλέν­τι ἀ­σύ­δο­του ξε­σπά­σμα­τος ἀλ­λὰ προ­τύ­πω­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς πα­νη­γύ­ρε­ως τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ Ἀ­σώ­του ἀν­θρώ­που στὸ ἀρ­χαῖ­ο προ­πτω­τι­κὸ κάλ­λος.

Γιὰ αὐ­τὸ καὶ ὁ Γά­μος ὀ­φεί­λει νὰ τε­λεῖ­ται ἐν­τός της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας δι­ὰ νὰ ἐ­πα­νέλ­θει ὁ Μυ­στη­ρι­α­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ ἀλ­λὰ καὶ νὰ ἐ­πα­να­συν­δε­θεῖ μὲ τὸ κα­τε­ξο­χὴν Μυ­στή­ρι­ο τῆς Ἑ­νώ­σε­ως τοῦ Θε­οῦ μὲ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ εἶ­ναι τὸ Μυ­στή­ρι­ο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας – τῆς Θεί­ας λει­τουρ­γί­ας. Καὶ μά­λι­στα τε­λεῖ­ται τὴν Κυ­ρι­α­κὴ ἡ­μέ­ρα, ἡ­μέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου, μὲ τὴν πα­ρου­σί­α ὅ­λων των ἐ­νο­ρι­τῶν, φί­λων καὶ συγ­γε­νῶν στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ ὄ­χι σὲ ἐ­ξωκ­κλή­σι­α ἐν κρυ­πτῶ, εἴ­τε ἐ­κτὸς να­οῦ, ὥ­στε μέ­σα ἀ­πὸ τὴν φα­νε­ρὴ κοι­νὴ σύ­να­ξη καὶ τὴν κοι­νὴ εὐ­χὴ νὰ ἀ­να­δυ­θεῖ ἡ «Ὀ­γδό­η Ἡ­μέ­ρα», ἡ ἡ­μέ­ρα τοῦ «Ἀ­νε­σπέ­ρου Φω­τὸς τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ», τῆς πο­θει­νῆς πα­τρί­δας τῶν ἀν­θρώ­πων ὅ­που ζοῦν ἑ­νω­μέ­νοι μὲ τὸν Θε­ό.

Ἡ «ἐ­πι­τυ­χί­α» τοῦ Γά­μου δὲν εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­φυ­γὴ τῆς ἀ­πά­της τῶν συν­τρό­φων. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὁ πο­λι­τι­κὸς γά­μος καὶ ἡ συμ­βί­ω­ση, τὰ ὁ­ποί­­α ἔ­χουν ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις καὶ δι­και­ώ­μα­τα. Ἄλ­λω­στε γιὰ νὰ φτά­σεις στὴν ἀ­πά­τη τοῦ συν­τρό­φου ση­μαί­νει ὅ­τι ἔ­χεις ἤ­δη ἀ­πα­τή­σει τὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ ἔ­χεις δι­α­κο­ρεύ­σει τὴν προ­σω­πι­κή σου παρ­θε­νί­α. Ὁ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸς Γά­μος πε­τυ­χαί­νει ὅ­ταν οἱ σύ­ζυ­γοι μά­θουν νὰ ἑ­νώ­νον­ται καὶ μὲ τὸν Θε­ό, καὶ με­τα­ξύ τους ἀλ­λὰ καὶ μὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο ἀ­φοῦ ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος εἶ­ναι εἰ­κό­να Θε­οῦ, ἀ­πὸ τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἁρ­μό­ζον­ται τὰ χέ­ρια τοὺς μέ­χρι νὰ κλεί­σουν τὰ μά­τια τους. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α τῆς δι­α­τή­ρη­σης τοῦ «κα­λοῦ οἴ­νου» τῆς Κα­νὰ μέ­χρι τὸ τέ­λος.

Ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω γί­νε­ται σα­φὲς ὅ­τι σκο­πὸς τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ Γά­μου δὲν εἶ­ναι τε­λι­κὰ ἡ τε­κνο­γο­νί­α – αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη δω­ρε­ὰ τοῦ Θε­οῦ ὅ­που ὁ Θε­ὸς προ­ά­γει τὸν ἄν­θρω­πο ὡς συν­δη­μι­ουρ­γὸ στὴν κτί­ση – ἀλ­λὰ ἡ θυ­σι­α­στι­κὴ ἀ­γά­πη τοῦ ἑ­νὸς πρὸς τὸν ἄλ­λο κα­τὰ μί­μη­ση τῆς Θυ­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ πά­νω στὸν Σταυ­ρὸ γιὰ χά­ρη τῆς Νύμ­φης Ἐκ­κλη­σί­ας δη­λα­δὴ γιὰ χά­ρη τῶν ἀν­θρώ­πων. «Τέ­κνα» καὶ «κλη­ρο­νο­μι­ὰ» τῶν ἄ­τε­κνων συ­ζύ­γων εἶ­ναι οἱ ἀ­ρε­τὲς τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Συ­ζυ­γί­ας καὶ τὸ δό­σι­μο τοῦ ἑ­νὸς συ­ζύ­γου πρὸς τὸν ἄλ­λο ἀλ­λὰ καὶ πρὸς τὸν ξέ­νο ἀ­δελ­φὸ στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ. « Ἐφ᾿ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40).

Ὁ ὑ­περ­βο­λι­κὸς στο­λι­σμός, ἡ ἀ­νάρμοστη ἔν­δυ­ση, τὸ πέ­τα­μα τοῦ ρυ­ζιοῦ, τὸ πά­τη­μα τοῦ πο­διοῦ, οἱ συ­ζη­τή­σεις ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτὸς να­οῦ, ὁ ἐ­πι­πό­λαιος ἔ­ρω­τας, ὁ ἀ­σύ­νε­τος ψυ­χο­λο­γι­κὸς ρο­μαν­τι­σμός, τὸ ἀ­δύ­να­μο ψυ­χι­κὸ σθέ­νος, ἡ ἀ­νω­ρι­μό­τη­τα, ἡ ἔλ­λει­ψη πεί­ρας τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, ἡ ἔλ­λει­ψη ἐμ­πι­στο­σύ­νης στὸν Θε­ὸ, ἡ νε­ο­φα­νῆς  πα­ρε­κτρο­πὴ τῆς «γα­μο­βά­πτι­σης» καὶ ἡ ἄρ­νη­σή μας νὰ ταυ­τι­στοῦ­με μὲ τὸ Μυ­στή­ρι­ο τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ Γά­μου οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­πο­δει­κνύ­ουν τὴν λαν­θά­νου­σα ἀν­τί­λη­ψη καὶ τὴν ὑ­πο­κρι­σί­α ποὺ μᾶς χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἀλ­λὰ ἐ­πι­σφρα­γί­ζει καὶ τὴν ἄ­γνοι­α καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­να­ζή­τη­σης ὅ­λων ἠ­μῶν τῶν κατ’ ὄ­νο­μα χρι­στια­νῶν.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΛΙΤΗΣ

 

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΛΙΤΗΣ


Ἡ ἀκολουθία τῆς Λιτῆς εἶναι μιὰ πολὺ ὄμορφη ἀκολουθία ποὺ συνηθίζεται στὶς πανηγύρεις καὶ στὶς ἀγρυπνίες. Στὰ μοναστήρια τελεῖται κάθε Κυριακὴ καὶ κάθε ἑορτάσιμη ἡμέρα, εἴτε ἐμβόλιμα μέσα στὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ εἴτε μετὰ τὸν ὄρθρο, συναπτὰ μὲ τὴν ἀκολουθία τῆς α΄ ὥρας. Στὶς ἐνορίες τελεῖται στοὺς πανηγυρικοὺς ἑσπερινοὺς μαζὶ μὲ τὴν ἀρτοκλασία. Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ διεισδύσουμε στὴν οὐσία τῆς Λιτῆς θὰ πρέπει νὰ δοῦμε πρῶτα ποιά ἦταν ἡ παλαιά της μορφή.

Κατ' ἀρχὰς ὁ ὅρος «Λιτὴ» προέρχεται ἀπὸ τὴν λιτανεία ποὺ μὲ τὴν σειρά της σημαίνει λατρευτικὴ ἱκεσία. Εἶναι λοιπὸν ἡ Λιτὴ μιὰ λιτανεία, δηλαδὴ μιὰ μεταφορὰ τῆς εἰκόνος τῆς ἑορτῆς ἢ τοῦ ἁγίου ποὺ ἑορτάζει ἀπὸ τὸν διάκονο καὶ τὸν ἱερέα, ἡ ὁποία ξεκινάει ἀπὸ τὸ ἱερὸ καὶ καταλήγει στὸν ἐσωνάρθηκα ἢ Λιτή, ἐκτὸς δηλαδὴ τοῦ κυρίως ναοῦ. Προπορεύονται οἱ ψάλτες καὶ οἱ λαμπαδοῦχοι, ὕστερα οἱ ἱερεῖς καὶ ἀκολουθεῖ ὁ λαός. Ἐκεῖ στὸν χῶρο τῆς Λιτῆς, τοποθετεῖται ἡ εἰκόνα σὲ προευπρεπισμένο προσκυνητάρι καὶ ἀναπέμπεται ἱκεσία.

Καθ' ὅλη τὴν διάρκεια τῆς λιτανείας οἱ ψάλτες ψάλλουν ἀπὸ τὸ λειτουργικὸ βιβλίο του μηναίου ἰδιόμελα τροπάρια ποὺ ἀφοροῦν τὴν Λιτὴ τῆς ἑορτῆς. Ὅταν πρόκειται γιὰ ἑορτὴ ἁγίου, τὰ τροπάρια ἔχουν ἱκετευτικὸ καὶ παρακλητικὸ χαρακτῆρα καὶ ὅταν πρόκειται γιὰ δεσποτικὴ ἢ θεομητορικὴ ἑορτὴ ἔχουν ἔντονο πανηγυρικὸ χαρακτῆρα. Ὁ διάκονος κατὰ τὴν λιτανεία θυμιάζει τὴν εἰκόνα μὲ εὐῶδες θυμίαμα καὶ κατόπιν θυμιάζει τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό.

Ἀφοῦ ὁ χορὸς ὁλοκληρώσει ὅλα τὰ τροπάρια τὰ ὁποῖα συνήθως ψάλλονται σὲ ἀργὸ μέλος, ὁ διάκονος ἀναπέμπει μιὰ σειρὰ ἀπὸ αἰτήσεις ποὺ ἀφοροῦν τὴν μεσιτεία τῶν ἁγίων καὶ τῆς Θεοτόκου πρὸς τὸν Θεὸ ὥστε νὰ πέμψει τὸ ἔλεὸς Του πρὸς τὸν λαό, χαρίζοντας εὐσπλαχνία, εἰρήνη, ὑγεία, μακροημέρευση, ἱκανοποίηση πνευματικῶν καὶ ὑλικῶν ἀναγκῶν, ὑποταγὴ τῶν στοιχείων τῆς φύσεως πρὸς πλούσια καρποφορία καὶ εὐημερία, ἀνάπαυση κεκοιμημένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν οἱ ὁποῖοι διηκόνησαν στὴν μονὴ ἢ στὴν ἐνορία, παράβλεψη τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἀπόδοση θείου ἐλέους.

Ὁ λόγος ποὺ τελεῖται ἡ Λιτὴ ἐκτὸς τοῦ κυρίως ναοῦ ἔχει ἰδιαίτερο συμβολισμό. Ἡ Ἐκκλησία θέλει νά μᾶς ὑπενθυμίσει τὴν παρακοὴ τῶν πρωτοπλάστων καὶ τὴν ἔξωσή τους ἀπὸ τὸν Παράδεισο, δηλαδὴ τὴν ἀπώλεια τοῦ ἀρχαίου κάλλους καὶ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας ἔγινε ἀφορμὴ νὰ χαθεῖ ἡ κοινωνία τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεό, ἔτσι καὶ οἱ δικές μας ἁμαρτίες, μᾶς ἀποκλείουν ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως ἡ ἱκεσία τοῦ λαοῦ, ἡ μετάνοια καὶ οἱ πρεσβεῖες τῶν ἁγίων καὶ τῆς Θεοτόκου ἑλκύουν τὸ ἔλεος καὶ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀναδεικνύουν τὴν ἀγάπη Του πρὸς τὸν κάθε ἄνθρωπο καὶ τὸν καθιστοῦν ἄξιο νὰ ξαναγίνει ἀπὸ ἄσωτος υἱὸς γνήσιο τέκνο τοῦ φιλεύσπλαχνου Πατέρα καὶ πολίτης τοῦ Παραδείσου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ὅπου μὲ τὸ τέλος τῆς Λιτῆς καὶ ἀφοῦ προσκυνήσουν ὅλοι τὴν εἰκόνα τῆς ἑορτῆς ἢ τοῦ ἁγίου, ἐπιστρέφουν ἐν πομπῇ στὸν κυρίως ναὸ ὥστε νὰ συνεχιστεῖ ἡ ἀκολουθία καὶ νὰ ἀξιωθοῦν ὅλοι νὰ μεταλάβουν τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ. Δηλαδή, μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ κοινωνία καὶ ἡ «συνομιλία» τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο ἀποκαθίσταται πλήρως, ὅπως ἦταν πρὸ τῆς πτώσεως τοῦ πρωτοπλάστων.

Αὐτὴ ἦταν μὲ λίγα λόγια ἡ ἀκολουθία τῆς Λιτῆς στὴν ἀρχική της μορφὴ κατὰ τὸ μοναστηριακὸ τυπικό. Στὶς ἐνορίες, ἡ Λιτὴ στὴν σημερινή της μορφὴ εἶναι λίγο διαφορετικὴ καὶ ἔχει ἀποκλειστικὰ πανηγυρικὴ μορφή. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πανηγυρικοῦ ἑσπερινοῦ, τελεῖται πάλι ἡ λιτανεία τῆς εἰκόνος τῆς ἑορτῆς ἢ τοῦ ἑορταζόμενου ἁγίου ὅπως ἀναφέρθηκε προηγουμένως, ψάλλοντας ἕνα ἀπὸ τὰ τροπάρια καὶ καταλήγοντας στὸ κέντρο τοῦ κυρίως ναοῦ. Ἐκεῖ ἐπισυνάπτεται καὶ ἡ ἀρτοκλασία, ἡ εὐλόγηση δηλαδὴ πέντε ἄρτων, ἐλαίου, οἴνου καὶ σιταριοῦ, κατὰ μίμηση τοῦ θαύματος τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καὶ τοῦ χορτασμοῦ τοῦ πλήθους. Ὁ διάκονος ἀναπέμπει αἰτήματα ὑγείας, σωτηρίας καὶ συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ καὶ μνημονεύει τὰ ὀνόματα τῶν προσφερόντων τῶν ἄρτων καὶ τῶν λοιπῶν δώρων ὥστε ὁ Θεὸς νὰ εὐλογήσει τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς χαρίζει ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν λαὸ ὥστε μὲ τὴν μεσιτεία τῶν ἁγίων καὶ τῆς Θεοτόκου νὰ χαρίζει ἔλεος καὶ ἁγιασμό.

Στὴ συνέχεια, ψάλλεται πανηγυρικὰ ἀπὸ τὸν πρῶτο τῇ τάξει ἱερέα τὸ «Θεοτόκε Παρθένε...», αὐτὸς ὁ ὄμορφος ὕμνος πρὸς τὴν Παναγία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἐγγυήτρια τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἡ «κλίμακα» ὥστε νὰ μεταβεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ πάλι στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Τέλος, ἀφοῦ εὐλογηθοῦν οἱ ἄρτοι, ὁ οἶνος καὶ τὸ ἔλαιο, κλῆρος καὶ λαὸς ψάλλουν τὸν ψαλμικὸ στίχο «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν...» ὥστε νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὰ δῶρα πρὸς τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναγνωριστεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅποιος ἐλπίζει καὶ στηρίζεται στὸν ἀληθινὸ Θεὸ δὲν θὰ τοῦ λείψει τίποτα, οὔτε πνευματικὸ οὔτε ὑλικὸ ἀγαθό.

Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ τονισθεῖ εἶναι ὅτι ἡ ἀρτοκλασία δὲν εἶναι ὑποκατάστατο τῆς Θείας Κοινωνίας. Ἡ ἀρτοκλασία εἶναι ἁπλὰ ἕνας ἄρτος ποὺ εὐλογεῖται κατὰ μίμηση τοῦ θαύματος τῶν πέντε ἄρτων. Ἡ Θεία κοινωνία εἶναι κάτι πολὺ ἀνώτερο γι' αὐτὸ καὶ τελεῖται κατὰ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Δὲν εἶναι ἁπλὰ ψωμὶ καὶ κρασὶ ἀλλὰ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ τὰ ὁποῖα χαρίζουν ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ αἰώνιο Ζωή, ἄρα κοινωνία μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό.