Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΞΑΝΘΗΣ

       ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ                                                                                                               ΞΑΝΘΗ  08-02-2026

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

«Η ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ»

Ἡ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου υἰοῦ καί τοῦ εὔσπλαχνου Πατέρα, ποῦ χρησιμοποίησε ὁ Κύριός μας στὴν διδασκαλία του, μᾶς βεβαιώνει ὅτι καμία ἁμαρτία δὲ γίνεται ἀνυπέρβλητο ἐμπόδιο στὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου στὸ «χῶρο» τῆς παρουσίας καὶ τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ νεώτερος υἰός τῆς παραβολῆς ἐπηρεάστηκε ἀπό τὰ βιώματα καὶ τὴν νοοτροπία φίλων του καὶ ἄλλων σύγχρονων νέων, δηλαδὴ ἀπό νεοτεριστικὸ πνεῦμα. Ὁ,τι ἄκουε καὶ ἔβλεπε, τὸ πρόσεχε, τὸ ἔπιθυμοῦσε καὶ τὸ κρατοῦσε μέσα του.

Ἔδινε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴν δική του κρίση, ἄσχετα ἂν αὐτὴ ἦταν ἐπηρεασμένη ἀπό ἀνεύθυνα λόγια τρίτων. Πῆρε τὸν δρόμο καὶ ξεκίνησε γιὰ ἕνα σύγχρονο τρόπο ζωῆς μὲ τὶς ὑπαγορεύσεις τοῦ πνεύματος τῆς ἐποχῆς του.

Γιὰ νὰ κινηθεῖ ὅπως ἤθελε, ζήτησε ἀπό τὸν πατέρα του «τὸ ἐπιβάλλόν μέρος τῆς οὐσίας». Ὁ πατέρας του ἐμπνεόμενος ἀπό τακτικὴ τοῦ Θεοῦ-Πατέρα, ὁ Ὁποῖος «οὐδένα ἀναγκάζει μὴ βουλόμενον πειθαρχεῖν», δέχθηκε τὸ αἴτημά του καὶ ὁ νέος μὲ ρευστὸ χρῆμα στὶς τσέπες του ἔφυγε μακριά. Πῆγε στὰ ξένα, διότι ἐκεῖ μποροῦσε νὰ ζήσει, ὅπως ἐπιθυμοῦσε, ἄνετα, ἐλεύθερα καὶ ἀνεξέλεγκτα. Πῆγε νὰ γλεντήσει καὶ νὰ «χαρεῖ» τὴν ζωή του.

Ἀλλὰ τὰ χρήματα τέλειωσαν πολὺ γρήγορα καὶ ὁ ἀσύνετος νεαρὸς ἄρχισε ν' ἀντιμετωπίζει πρόβλημα διατροφῆς καὶ διαβιώσεως, γιὰ τὸ ὁποῖο κανένας ἀπό τούς φίλους του δὲν τοῦ συμπαραστάθηκε. Ἀναγκάστηκε νὰ ἐργαστεῖ καὶ βρῆκε δουλειὰ σ' ἕνα... χοιροστάσιο. Ἐκεῖ ἔβοσκε χοίρους!

Ὁ νούς του κατ' ἐπανάληψη πῆγε στὸ πατρικό του σπίτι. Ὁ παραλληλισμὸς τοῦ σήμερα μὲ τὸ χθὲς τῆς ζωῆς του χτύπησε μέσα του σὰν δυνατὸ ξυπνητήρι!

Ξύπνησε καὶ ἄρχισε ὁ προβληματισμός του. Τὸ κατάντημά του ἔσπασε τὰ «φτερὰ» τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ μέσα του ἄρχισε νὰ πνέει «ἄνεμος» ταπεινώσεως.

Κατάλαβε τὸ λάθος του, συνειδητοποίησε τὴν ἐνοχή του, μετανόησε καὶ ἀποφάσισε νὰ ἐπανέλθει στὸ πατρικὸ σπίτι καὶ νὰ ζητήσει συγνώμη.

Ὁ πατέρας ἀντιλήφθηκε ἀπό μακρυά τὸ παιδί του νὰ ἐπιστρέφει καὶ βγῆκε στὸν δρόμο νὰ τὸν ὑποδεχθεῖ. Μόλις συναντήθηκαν, ὁ υἰός ζήτησε «συγνώμη» καὶ πρόσθεσε τὸ αἴτημα: «Ποίησον με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου». Ὁ πατέρας τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν «κατεφίλησε». Ἔδωσε ἀμέσως τὴν ἐντολή στοὺς ὑπηρέτες του νὰ φέρουν τὰ καλύτερα ἐνδύματα καὶ νὰ ντύσουν τὸ παιδὶ του. Καὶ ἀκόμη νὰ ἑτοιμάσουν πλούσιο καὶ πανηγυρικὸ τραπέζι γιὰ νὰ χαροῦν καὶ εὐφρανθοῦν ὅλοι, διότι τὸ παιδί του αὐτὸ «νεκρὸ ἦν, καὶ ἀνέζησε, ἀπολωλός ἦν, καὶ εὐρέθη».

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ