Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2025

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΞΑΝΘΗΣ

 

Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ

κ.κ. Π Α Ν Τ Ε Λ Ε Η Μ Ο Ν Ο Σ

 

 

Κυριακή 16-02-2025             Θεία Λειτουργία εἰς τόν Ἱερό Ναό Ἁγίου

ΩΡΑ: 07:30-10:30                Γεωργίου Πολυσίτου.

 

 

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

 

 

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2025

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΑΥΣΕΩΣ ΩΣ ΣΑΒΒΑΤΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Η ΘΕΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ)

 

Τὸ Σάβ­βα­το τῆς κα­τα­παύ­σε­ως ὡς σαβ­βα­τι­σμὸς πρὶν τὴν Ἀ­νά­στα­ση (Ἡ θε­ο­λο­γί­α τοῦ Με­γά­λου Σαβ­βά­του)

Τὸ Με­γά­λο Σάβ­βα­το εἶ­ναι μί­α πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ ἡ­μέ­ρα τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δος,  μὲ πυ­κνὰ θε­ο­λο­γι­κὰ νο­ή­μα­τα. Εἶ­ναι ἡ μέ­ρα ὅ­που μνη­μο­νεύ­ε­ται ἡ κά­θο­δος τοῦ Χρι­στοῦ στὸν ἅ­δη. Ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως, λαμ­βά­νουν χώ­ρα καὶ ἄλ­λα πολ­λὰ γε­γο­νό­τα τὰ ὁ­ποῖ­α λει­τουρ­γοῦν ἐν σι­ω­πή. Ὁ Θε­ὸς ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται καὶ λει­τουρ­γεῖ πάν­το­τε ἐν σι­ω­πὴ καὶ εἰ­ρή­νη, χω­ρὶς βί­α, χω­ρὶς ἐν­τυ­πω­σι­α­σμὸ ὥ­στε νὰ μὴν προ­κα­λεῖ ἀλ­λὰ νὰ σώ­ζει καὶ νὰ ἁ­γι­ά­ζει.

Κα­νο­νι­κά, τὸ Με­γά­λο Σάβ­βα­το τε­λεῖ­ται ἑ­σπε­ρι­νὴ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­μως στὶς ἐ­νο­ρί­ες – χά­ριν οἰ­κο­νο­μί­ας – τε­λεῖ­ται τὶς πρω­ι­νὲς ὧ­ρες. Κα­τὰ τὴν ἀρ­χαί­α τά­ξη, συ­χνὰ τε­λοῦν­ταν ἑ­σπε­ρι­νὲς Θεῖ­ες Λει­τουρ­γί­ες σὲ ἡ­μέ­ρες νη­στεί­ας. Μά­λι­στα, κα­τὰ τὸ ἀρ­χαῖ­ο μο­να­στη­ρι­α­κὸ Τυ­πι­κό της Μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα, ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἑ­σπε­ρι­νὴ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α ξε­κι­νοῦ­σε καὶ τέ­λει­ω­νε πι­ὸ ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὶς ἄλ­λες φο­ρές. Στὴν δύ­ση τοῦ ἡ­λί­ου λοι­πόν, ψάλ­λον­ται γαλήνια τὸ «Κύ­ρι­ε ἐ­κέ­κρα­ξα…», τέσ­σε­ρα ἀ­να­στά­σι­μα στι­χη­ρὰ[1] τρο­πά­ρι­α τοῦ ἀ­να­στά­σι­μου ἑ­σπε­ρι­νοῦ του Σαβ­βά­του τοῦ α΄ ἤ­χου καὶ τρί­α στι­χη­ρὰ τρο­πά­ρι­α ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ ἕ­ναν θλι­βε­ρὸ μο­νό­λο­γο τοῦ ἅ­δη γιὰ τὴν ἐ­ξα­πά­τη­σή του ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι ὁ ἅ­δης πε­ρί­με­νε νὰ πα­ρα­λά­βει τὴν ψυ­χὴ ἑ­νὸς κοι­νοῦ θνη­τοῦ ἀλ­λὰ πα­ρέ­λα­βε τὸν ἀρ­χη­γὸ τῆς ζω­ῆς, τὸν Σω­τή­ρα Χρι­στό, στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν ἔ­χει κα­μι­ὰ ἐ­ξου­σί­α. Στὸ τέ­λος ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν τρο­πα­ρί­ων, κα­τα­λή­γει ὁ ποι­η­τής τους σὲ ξέ­σπα­σμα καρ­δι­α­κῆς δο­ξο­λο­γί­ας γιὰ τὴν Ἁ­γί­α Σταύ­ρω­ση καὶ τὴν Ἁ­γί­α Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἀ­κο­λού­θως, ψάλ­λε­ται ἕ­να δο­ξα­στι­κὸ[2] ὅ­που το θέ­μα τοῦ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὴν ἀ­να­γω­γὴ τῆς ἐν­το­λῆς τοῦ Σαβ­βά­του τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη ὅ­που πλέ­ον ἡ κα­τά­παυ­ση παίρ­νει ἕ­να νέ­ο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, ἡ ἀ­νά­παυ­ση τῆς ἕ­κτης ἡ­μέ­ρας κα­τὰ τὴν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου, γί­νε­ται ἐν­το­λὴ γιὰ ἀ­νά­παυ­ση τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πὸ τὶς ἐρ­γα­σί­ες τους ὥ­στε νὰ ἀ­φι­ε­ρω­θοῦν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν Θε­ὸ μέ­σω προ­σευ­χῆς, με­λέ­της καὶ ἐ­λε­η­μο­σύ­νης. Στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη, ὁ σαβ­βα­τι­σμὸς τοῦ Χρι­στοῦ γί­νε­ται ἀ­φορ­μὴ ὥ­στε μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου τὴν Κυ­ρι­α­κή, νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ὁ κό­σμος ἀ­πὸ τὴν φθο­ρά, τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὸν θά­να­το καὶ ἀ­να­και­νι­σμέ­νος πλέ­ον ὁ κό­σμος, νὰ χαί­ρε­ται τὴν Κυ­ρι­α­κὴ ἡ­μέ­ρα, τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του.

Ἔ­πει­τα, ἐ­πι­συ­νά­πτε­ται καὶ ἕ­να θε­ο­το­κί­ο[3], ὅ­που ὁ ποι­η­τὴς τοῦ μνη­μο­νεύ­ει τὴν Θε­ο­τό­κο καὶ τὴν ἄ­σπο­ρη κύ­η­σή της, χά­ρη στὴν ὁ­ποί­α ὁ κό­σμος ὀ­φεί­λει εὐ­γνω­μο­σύ­νη για­τί γέν­νη­σε τὸν ἀ­λη­θι­νὸ Σω­τή­ρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος πο­λέ­μη­σε τοὺς ἐ­χθροὺς καὶ χά­ρι­σε στὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα τὴν Αἰ­ώ­νι­ο Ζω­ή.

Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας εἰ­σο­δεύ­ει μὲ τὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ προ­σκυ­νοῦ­νε ὅ­λοι ὡς τὸν Λό­γο τοῦ Θε­οῦ καὶ τὴν ἀ­λη­θι­νὴ σο­φί­α Του καὶ ψάλ­λε­ται ὁ ἐ­πι­λύ­χνι­ος ὕ­μνος «Φῶς ἱ­λα­ρόν…» στὸ τέ­λος τοῦ ὁ­ποί­ου στὴν παλιὰ τάξη, ἔ­παιρ­νε ὁ νε­ω­κό­ρος ἀ­ναμ­μέ­νη λαμ­πά­δα ἀ­πὸ τὸν ἱ­ε­ρέ­α καὶ ἄ­να­βε τὰ καν­τή­λια καὶ τὰ κε­ριὰ κα­τὰ τὴν τά­ξη τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας. Ἀ­κο­λού­θως δι­α­βά­ζον­ται κά­ποια ἀ­να­γνώ­σμα­τα. Στὴν τά­ξη τοῦ Τριωδίου, τὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τα ἦ­ταν δε­κα­πέν­τε στὸν ἀ­ριθ­μὸ ὥ­στε νὰ προ­λά­βουν νὰ βα­πτι­στοῦν οἱ κα­τη­χού­με­νοι, οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­κεῖ­νοι οἱ ὁ­ποῖ­οι ἤ­θε­λαν νὰ ἀ­φή­σουν τὴν πα­λιά τους ζω­ὴ καὶ νὰ γί­νουν χρι­στια­νοί. Στὶς ἐ­νο­ρί­ες ἐ­πι­κρά­τη­σε νὰ δι­α­βά­ζον­ται μό­νο τρί­α ἀ­να­γνώ­σμα­τα, τὰ πι­ὸ ση­μαν­τι­κά.

Τὸ πρῶ­το ἀ­να­γνω­σμα[4] ἀ­φο­ρᾶ τὴν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου καὶ τὴν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ φω­τός. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ὁ κυ­ρί­αρ­χός της ζω­ῆς καὶ ὁ ποι­η­τὴς τοῦ κό­σμου, κά­τω ἀ­πὸ τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πα­κού­ει κά­θε τί. Ὁ Θε­ὸς λοι­πόν, ὁ δη­μι­ουρ­γός του κό­σμου, τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­να­δη­μι­ουρ­γεῖ τὸν κό­σμο καὶ τὸν ἄν­θρω­πο, δί­δον­τάς του ξα­νὰ τὴν προ­ο­πτι­κή της αἰ­ω­νί­ου Βα­σι­λεί­ας.

Στὸ δεύ­τε­ρο ἀ­να­γνω­σμα[5], τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­φο­ρᾶ τὴν δύ­να­μη τῆς με­τά­νοι­ας, ἀ­κού­γε­ται τὸ ἀ­πό­σπα­σμα ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν Ἰ­ω­νὰ καὶ τὴν πό­λη τῆς Νι­νευ­ῆ. Ὁ προ­φή­της Ἰ­ω­νὰς λαμ­βά­νει τὴν ἐν­το­λὴ ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ νὰ πά­ει στὴν Νι­νευ­ὴ καὶ νὰ ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι θὰ κα­τα­στρέ­ψει τὴν πό­λη λό­γω τῆς ἁ­μαρ­τί­ας τῶν κα­τοί­κων. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως δὲν πη­γαί­νει στὴν Νι­νευ­ὴ ἀλ­λὰ σὲ μί­α ἄλ­λη πό­λη, τὴν Θαρ­σὶς ὥ­στε νὰ ἀ­πο­φευ­χθεῖ ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ. Στὸ πλοῖ­ο ὅ­που ἐ­πι­βι­βά­στη­κε, προ­κα­λεῖ­ται τα­ρα­χὴ λό­γω τρι­κυ­μί­ας τῆς θά­λασ­σας καὶ τὸ πλή­ρω­μα κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι κά­ποιος ἁ­μάρ­τη­σε στὸν Θε­ὸ γι’ αὐ­τὸ καὶ ξέ­σπα­σε αὐ­τὸς ὁ κλυ­δω­νι­σμὸς τῆς θά­λασ­σας. Τρα­βοῦν λοι­πὸν κλῆ­ρο με­τα­ξύ τους ὥ­στε νὰ πέ­σει ὁ ἔ­νο­χος στὴν θά­λασ­σα καὶ νὰ σω­θοῦν οἱ ὑ­πό­λοι­ποι καὶ ὁ κλῆ­ρος τυ­χαί­νει στὸν Ἰ­ω­νὰ λό­γω τῆς πα­ρα­κο­ῆς του. Ρί­πτε­ται λοι­πὸν ὁ Ἰ­ω­νὰς  στὴν θά­λασ­σα καὶ δὲν πνί­γε­ται ἀλ­λὰ κα­τὰ θεί­α ἐν­το­λὴ τὸν κα­τα­πί­νει ἕ­να κῆ­τος στὴν κοι­λιὰ τοῦ ὁ­ποί­ου πα­ρα­μέ­νει με­τα­νο­ῶν γιὰ τρεῖς μέ­ρες καὶ ἐν τέ­λει τὸ κῆ­τος ξε­βρά­ζει τὸν Ἰ­ω­νὰ κον­τὰ σὲ μί­α ἀ­κτή, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πεῖ­χε ἡ Νι­νευ­ὴ τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Ἐ­κεῖ, ὁ Ἰ­ω­νὰς ἀ­ναγ­κά­ζε­ται πλέ­ον νὰ μη­νύ­σει στοὺς Νι­νευ­ί­τες τὴν ἐ­περ­χό­με­νη κα­τα­στρο­φὴ τῆς πό­λε­ώς τους λό­γω τῆς ἁ­μαρ­τί­ας σὲ τρεῖς μέ­ρες. Ὁ βα­σι­λιὰς καὶ ὁ λα­ὸς τῆς Νι­νευ­ῆ πέ­φτουν σὲ με­τά­νοι­α, νη­στεύ­ουν καὶ κοι­μοῦν­ται σὲ σά­κους θρη­νών­τας. Ὁ δὲ Ἰ­ω­νὰς βγαί­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη ὥ­στε νὰ δεῖ τὴν κα­τα­στρο­φὴ ἀ­πὸ μα­κρι­ά. Καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα φυ­τρώ­νει μιὰ πο­λὺ με­γά­λη κο­λο­κυ­θιὰ ἡ ὁ­ποί­α μὲ τὴ σκι­ὰ τῆς ἀ­να­κου­φί­ζει τὸν Ἰ­ω­νὰ ἀ­πὸ τὸν καύ­σω­να τοῦ ἥ­λι­ου. Τὸ βρά­δυ ὅ­μως δι­έ­τα­ξε ὁ Θε­ὸς ἕ­να σκου­λή­κι νὰ φά­ει τὴν κο­λο­κυ­θιὰ καὶ νὰ σα­πί­σει. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­θη­κε ὁ Ἰ­ω­νὰς καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει καὶ νὰ θλί­βε­ται γιὰ τὴν κο­λο­κυ­θιά. Τό­τε λοι­πὸν ὁ Θε­ὸς λέ­ει στὸν Ἰ­ω­νά: ἂν ἐ­σὺ λυ­πή­θη­κες γιὰ τὴν κο­λο­κυ­θιὰ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α οὔ­τε κου­ρά­στη­κες νὰ τὴν σπεί­ρεις οὔ­τε  νὰ τὴν με­γα­λώ­σεις, ἐ­γὼ δὲν θὰ καμ­πτό­μουν ἀ­πὸ τὴν βα­θι­ὰ με­τά­νοι­α τῶν Νι­νευ­ι­τῶν καὶ θὰ τοὺς χά­ρι­ζα τὴν ζω­ή;

Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­να­γνω­σμα[6] μνη­μο­νεύ­ον­ται οἱ τρεῖς παῖ­δες, ὁ Ἀ­να­νί­ας, ὁ Ἀ­ζα­ρί­ας καὶ ὁ Μι­σα­ὴλ οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν προ­σκύ­νη­σαν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ ἀ­σε­βῆ βα­σι­λιὰ τῶν Βα­βυ­λω­νί­ων Να­βου­χο­δο­νό­σο­ρα. Γιὰ τὴν ἄρ­νη­σή τους αὐ­τὴ ρί­χτη­καν σὲ κλί­βα­νο ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τε­ρά­στι­ες φλό­γες. Καὶ ἐ­κεῖ, οἱ τρεῖς παῖ­δες ξε­κί­νη­σαν νὰ προ­σεύ­χον­ται, νὰ θυ­μοῦν­ται τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἀ­πο­στα­σί­ας τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ καὶ τε­λι­κὰ γρή­γο­ρα ἡ προ­σευ­χὴ με­τα­τρά­πη­κε σὲ ὕ­μνο δο­ξο­λο­γί­ας, κα­θό­τι ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν τὰ θαυ­μά­σι­α του Θε­οῦ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε μπρο­στὰ στὰ ἀ­πο­ρη­μέ­να μά­τια ὅ­λων, ὅ­τι ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ δρό­σι­ζε τὴν κά­μι­νο καὶ οἱ τρεῖς παῖ­δες δὲν βλά­πτον­ταν ἀ­πὸ τὴν φω­τιά. Στὸ τέ­λος τοῦ ἀ­να­γνώ­σμα­τος, ψάλ­λε­ται πα­νη­γυ­ρι­κὰ καὶ με­γα­λό­πρε­πα ὁ ὕ­μνος τῶν τρι­ῶν παί­δων[7] ὅ­που ὅ­λη ἡ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ τὰ πλά­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ ὑ­μνοῦν καὶ δο­ξο­λο­γοῦν τὸν Θε­ό.

Στὰ τρί­α αὐ­τὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τα φαί­νε­ται ἡ πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ, ἡ προ­στα­σί­α ποὺ πα­ρέ­χει σὲ αὐ­τοὺς ποὺ ἀρ­νοῦν­ται τὰ κά­θε εἴ­δους εἴ­δω­λα ἀλ­λὰ προ­τυ­πώ­νον­ται καὶ ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ καὶ ἡ εὐ­φρο­σύ­νη τῶν δι­καί­ων. Με­τὰ ἀ­πὸ τὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τα ψάλ­λε­ται ὁ βα­πτι­στι­κὸς ὕ­μνος «Ὅ­σοι εἰς Χρι­στὸν ἐ­βα­πτί­σθη­τε Χρι­στὸν ἐ­νε­δύ­σα­σθε˙ Ἀλ­λη­λού­ι­α» καὶ ἀ­να­γι­νώ­σκε­ται τὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­να­γνω­σμα, τὰ ὁ­ποῖ­α συν­δέ­ον­ται. Εἶ­ναι δη­λα­δὴ ὁ ὕ­μνος τῶν βα­πτι­σμέ­νων – φω­τι­σμέ­νων πλέ­ον, οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­θὼς ἔμ­παι­ναν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸν κυ­ρί­ως να­ὸ ἔ­ψαλ­λαν, κρα­τών­τας ἀ­ναμ­μέ­νες λαμ­πά­δες καὶ φο­ρών­τας λευ­κοὺς βα­πτι­στι­κοὺς χι­τῶ­νες. Τὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα[8] ἔ­χει ὡς πε­ρι­ε­χό­με­νο τὴν ἄρ­νη­ση τῆς πα­λιᾶς ζω­ῆς τους καὶ τὴν ἀ­νά­δυ­ση τοῦ νέ­ου – ἀ­να­και­νι­σμέ­νου ἐ­αυ­τοῦ τοὺς μέ­σα ἀ­πὸ τὴν σω­στι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ κατ’ ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ Χρι­στοῦ, μέ­σω τῶν Μυ­στη­ρί­ων. Μὲ τὸν θά­να­το τοῦ Χρι­στοῦ στὸν Σταυ­ρό, σταυ­ρω­νό­μα­στε καὶ ἐ­μεῖς ὥ­στε νὰ γί­νου­με κοι­νω­νοὶ καὶ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς Του.

Μὲ τὴν κα­τα­κλεί­δα τοῦ ἀ­πο­στο­λι­κοῦ ἀ­να­γνώ­σμα­τος ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­πεκ­δύ­ε­ται τὴν πέν­θι­μη στο­λὴ καὶ ἐν­δύ­ε­ται τὴν λαμ­πρὰ – τὴν λευ­κὴ – καὶ ψάλ­λον­τας με­γα­λο­φώ­νως τὸν ὕ­μνο «Ἀ­νά­στα ὁ Θε­ὸς κρῖ­νον τὴν γῆν˙ ὅ­τι σὺ κα­τα­κλη­ρο­νο­μή­σεις ἐν πά­σι τοῖς ἔ­θνε­σι», σκορ­πών­τας φύλ­λα δάφ­νης σὲ ὅ­λο το να­ό. Πλέ­ον ἀλ­λά­ζει ἡ λει­τουρ­γι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε γιὰ τὴν χα­ρὰ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸν Χρι­στὸ νὰ θυ­σι­α­στεῖ ὥ­στε νὰ τὸν κοι­νω­νή­σου­με καὶ νὰ γί­νου­με κι ἐ­μεῖς κα­τὰ χά­ριν θε­οί. Καὶ μά­λι­στα, πρῶ­τα τὸν κοι­νω­νᾶ­με ὡς Λό­γο Θε­οῦ μὲ τὸν λό­γο Του, μὲ τὸ Ἀ­να­στά­σι­μο Εὐ­αγ­γέ­λι­ο[9], τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­κο­λου­θεῖ εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως.

Ἀ­κο­λού­θως, ψάλ­λε­ται ἀν­τὶ τοῦ Χε­ρου­βι­κοῦ ὕ­μνου, ὁ ἀρ­χαῖ­ος ὕ­μνος «Σι­γη­σά­τω πά­σα σάρξ…». Εἶ­ναι ὁ ὕ­μνος ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­λύ­πτει τὸν χρό­νο κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­φοῦ δια­βά­σει μιὰ προ­σω­πι­κὴ προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὴ εὐ­χὴ γιὰ τὴν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α ποὺ πρό­κει­ται νὰ τε­λέ­σει, θυ­μιά­ζει τὸ να­ὸ καὶ με­τα­φέ­ρει τὰ Τί­μι­α Δῶ­ρα ἀ­πὸ τὴν Προ­σκο­μι­δὴ στὴν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα. Ὁ ὕ­μνος αὐ­τὸς ἔ­χει ἔν­το­να καὶ βα­θει­ὰ λό­για. Θὰ κά­νου­με μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ τὸν με­τα­φρά­σου­με: «Ἃς σι­γή­σει κά­θε θνη­τὸ καὶ σάρ­κι­νο καὶ ἃς στα­θεῖ μὲ φό­βο καὶ τρό­μο καὶ ἃς μὴ λο­γί­ζε­ται (σκέ­φτε­ται) τί­πο­τα γή­ι­νο δι­ό­τι ὁ Βα­σι­λεὺς τῶν βα­σι­λευ­όν­των καὶ Κύ­ρι­ος των ἐ­ξου­σι­α­στῶν προ­σέρ­χε­ται νὰ σφα­για­στεῖ καὶ νὰ δο­θεῖ ὡς τρο­φὴ στοὺς πι­στους˙ πο­ρεύ­ον­ται μπρο­στὰ οἱ χο­ροὶ τῶν Ἀγ­γέ­λων μὲ τὴν σει­ρὰ κα­τὰ τὴν τά­ξη τους˙ τὰ Χε­ρου­φεὶμ ποὺ εἶ­ναι πο­λυ­όμ­μα­τα (ἔ­χουν πολ­λὰ μά­τια) καὶ τὰ ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γα Σε­ρα­φεὶμ (ἔ­χουν ἕ­ξι φτε­ρὰ) κα­λύ­πτον­τας ἀ­πὸ εὐ­λά­βει­α τὰ πρό­σω­πά τους μὲ τὰ φτε­ρά τους καὶ ψάλ­λον­τας με­γα­λό­φω­να τὸν ὕ­μνο Ἀλ­λη­λού­ι­α (δο­ξά­στε τὸν Κύ­ρι­ο)».

Τὰ λό­για αὐ­τοῦ του ὕ­μνου – ποὺ στὰ πα­λιὰ χρό­νι­α δι­α­τυ­πώ­νε­ται μὲ τὴν φρά­ση «τὸ μυ­στι­κὸν» – θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν συμ­πε­ρί­λη­ψη τῆς Θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας ἀλ­λὰ καὶ κά­θε Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας. Ἐκφράζουν τἡν ἀ­πό­λυ­τη, ἑ­κού­σι­α πτω­χεί­α (κέ­νω­ση ὅ­πως λέ­γε­ται στὴν γλώσ­σα τῆς Θε­ο­λο­γί­ας) τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σέρ­χε­ται ὥ­στε νὰ χύ­σει τὸ Αἷ­μα Του ὡς λύ­τρο γιὰ τὴν σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου. Θυ­σι­ά­ζε­ται ὁ μό­νος ἀ­θῶ­ος καὶ ση­κώ­νει τὸ βά­ρος τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν ὅ­λου του κό­σμου ὥ­στε νὰ ξα­να­γί­νει ὁ ἄν­θρω­πος κλη­ρο­νό­μος τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τὸς ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σε τὰ πάν­τα, κα­τα­δέ­χε­ται νὰ θα­να­τω­θεῖ ἀ­πὸ τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά Του γιὰ νὰ δεί­ξει τὸν ἀ­λη­θι­νὸ δρό­μο τῆς τα­πεί­νω­σης ποὺ ὁδηγεῖ μέ­χρι τὴν θυ­σί­α πά­νω στὸ Σταυ­ρό. Αὐ­τὴ ἡ θυ­σί­α εἶ­ναι ἡ ἀ­νώ­τα­τη ἀ­γά­πη[10]. Εἶ­ναι μιὰ ἀ­γά­πη ποὺ φτά­νει μέ­χρι τὸ ση­μεῖ­ο νὰ συγ­χω­ρε­θοῦν οἱ σταυ­ρω­τές Του. Αὐ­τὸς λοι­πόν, ὁ Χρι­στός, προ­σέρ­χε­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά, σὲ κά­θε Θεί­α Λει­τουρ­γί­α νὰ σφα­για­στεῖ ὥ­στε νὰ δο­θεῖ πρὸς βρῶ­σιν σὲ ὅ­λους μας, ὥ­στε νὰ γί­νου­με κοι­νω­νοὶ τῆς Θε­ό­τη­τός Του καὶ νὰ γί­νου­με κα­τὰ χά­ριν χρι­στοί, δη­λα­δὴ θε­άν­θρω­ποι.

Μπρο­στά σε αὐ­τὸ τὸ γε­γο­νὸς λοι­πὸν πε­ριτ­τεύ­ει κά­θε τί γή­ι­νο καὶ ἀν­θρώ­πι­νο. Μπρο­στὰ στὸ με­γα­λεῖ­ο της Θε­ό­τη­τας δὲν χω­ρᾶ­νε τὰ πρό­σκαι­ρα. Μᾶς κα­λεῖ λοιπὸν ὁ ὑ­μνω­δὸς στὸ νὰ σω­πά­σου­με καὶ νὰ στα­θοῦ­με μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἁρ­μό­ζει στὸν Βα­σι­λιὰ τῶν βα­σι­λευ­όν­των καὶ μό­νο Κύ­ρι­ο. Κα­λύ­πτον­τας τὴν δι­κή μας κον­τό­φθαλ­μη μα­τιά καὶ παριστάμενοι μπρο­στὰ στὸν Θε­ὸ μὲ μά­τια ποὺ κοι­τά­ζουν πρὸς τὰ ἐ­πά­νω, πρὸς τὰ ὑ­ψη­λά, στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.

Κα­θὼς δι­α­πι­στώ­νου­με τὴν δι­κή μας ἀ­να­ξι­ό­τη­τα καὶ τὴν ἀ­πό­στα­σή μας ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ Θε­οῦ, τα­πει­νω­νό­μα­στε[11], «λογ­χι­ζό­μα­στε[12]» ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ καὶ κραυ­γά­ζου­με μὲ πί­στη καὶ ἐλ­πί­δα «Ἀλ­λη­λού­ι­α». Μό­νο δό­ξα καὶ ὕ­μνος ἁρ­μό­ζει στὸν Θε­ὸ ποὺ θέ­λει νὰ χα­ρί­σει θε­ό­τη­τα στὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά Του. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἄγ­γε­λοι δὲν ἀν­τέ­χουν αὐ­τὴ τὴν δό­ξα τῆς τα­πεί­νω­σης τοῦ Θε­οῦ καὶ ὑ­πο­κλί­νον­ται δο­ξο­λο­γών­τας Τον.

Σὲ αὐ­τὴ τὴν δι­α­δρο­μὴ τῆς Με­γά­λης Εἰ­σό­δου, σὲ ἕ­ναν να­ὸ ποὺ εἶ­ναι στρω­μέ­νος μὲ δαφ­νό­φυλ­λα, ὡς πα­ρέ­λα­ση βα­σι­λι­κῆς δό­ξας, ὅ­που προ­πο­ρεύ­ον­ται τὰ σύμ­βο­λα τῆς Νί­κης (ὁ Σταυ­ρός, οἱ ἧ­λοι καὶ ἡ λόγ­χη) καὶ τὰ λει­τουρ­γι­κὰ πνεύ­μα­τα (τὰ ἀγ­γε­λι­κὰ τάγ­μα­τα), ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ Βα­σι­λιὰς τοῦ κό­σμου, κου­βα­λών­τας στὸ Σῶ­μα Τοῦ τὰ ἑ­κού­σι­α ση­μά­δια τῆς Θυ­σί­ας καὶ Εὐ­αγ­γε­λί­ζον­τας τοὺς πι­στοὺς γιὰ τὴν Ἀ­νά­στα­ση. Αὐ­τὰ τὰ τε­λού­με­να, δὲν εἶ­ναι πλέ­ον σκι­ὲς καὶ προ­τυ­πώ­σεις ἀλ­λὰ ἀ­λη­θι­νὰ γε­γο­νό­τα. Ταυ­τό­χρο­να δέ, μᾶς ἑ­τοι­μά­ζουν γιὰ τὴν ἐ­παγ­γελ­μέ­νη ἡ­μέ­ρα τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου ἐν τῇ ἐ­σχά­τη ἡ­μέ­ρα[13] με­τὰ δό­ξης. «Ὄ­ψον­ται εἰς ὃν ἐ­ξε­κέν­τη­σα­ν[14]». Τότε ποὺ θα ἀνατεῖλει ἡ Ὁγδόη ἡμέρα, ἡ ἡμέρα τοῦ ἀνεσπέρου Φωτὸς τῆς Βασιλείας του Θεοῦ.

Τέ­λος, θὰ στα­θοῦ­με καὶ στὸν κοι­νω­νι­κὸ ὕ­μνο τῆς ἡ­μέ­ρας αὐ­τῆς: «Ἐ­ξη­γέρ­θη ὡς ὁ ὑ­πνῶν Κύ­ρι­ος, καὶ ἀ­νέ­στη σώ­ζων ἠ­μᾶς˙ Ἀλ­λη­λού­ι­α». Ἔ­χει ση­μα­σί­α ὅ­τι τὴν ὥ­ρα ποὺ γί­νε­ται ἡ ἕ­νω­σή μας μὲ τὸν Θε­ὸ ψάλ­λε­ται αὐ­τὸς ὁ στί­χος. Λέ­ει ὅ­τι ἤ­δη συν­τε­λέ­στη­κε ἡ ἐ­ξέ­γερ­ση τοῦ Κυ­ρί­ου σὰν νὰ ἦ­ταν ὑ­πνῶν, σὰν νὰ κοι­μό­ταν, καὶ ἀ­νι­στά­με­νος, μᾶς σώ­ζει. Ὁ πα­ρελ­θον­τι­κὸς χρό­νος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται, δεί­χνει τὴν πε­ποί­θη­ση τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως ὡς γε­γο­νὸς ἀ­λη­θι­νό. Ὄ­χι μό­νο της Ἀ­νά­στα­σης τοῦ Χρι­στοῦ ἀλ­λὰ τοῦ κά­θε πι­στοῦ. Ὁ Χρι­στὸς δὲν πε­θαί­νει ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ἑ­κού­σι­α πέ­θα­νε[15], δι­α­τά­ζον­τας ὁ ἴ­διος τὸν θά­να­το νὰ ἔρ­θει, ὄν­τας ὁ ἀρ­χη­γὸς τῆς ζω­ῆς.  Καὶ ξύ­πνη­σε, ὥ­στε μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­σή Του νὰ σώ­σει τὸ γέ­νος τοῦ Ἀ­δὰμ ἀ­πὸ τὸν θά­να­το. Ἀ­κό­μη καὶ κατὰ τὸν χρόνο τῆς κα­θό­δου στὸν Ἅ­δη, ὁ Χρι­στὸς ἐρ­γά­ζε­ται τὴν σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων, κη­ρύτ­τον­τας στοὺς νε­κροὺς καὶ ἀ­νι­στά­με­νος σώ­ζει ὅ­λους ὅ­σοι πί­στε­ψαν στὸ κή­ρυγ­μά Του. Τώρα πλέον οἱ ψυχὲς δὲν καταδικάζονται στὸν ζοφερὸ ᾍδη, ἀλλὰ παραμένουν σὲ ἐνδιάμεση κατάσταση προγευόμενοι τὴν τελικὴ κρίση ἀνάλογα μὲ τὴ ζωή τους.

Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ στὴν εἰ­κό­να τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ἡ νί­κη ἐ­πὶ τοῦ θα­νά­του μὲ τὸ σπά­σι­μο τῶν ἁ­λυ­σί­δων καὶ τῶν θυ­ρῶν τοῦ ἅ­δη καὶ τὸ κρά­τη­μα τοῦ χε­ριοῦ τοῦ Χρι­στοῦ στὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος (κρα­τά­ει ὁ Χρι­στὸς στὸ ἕ­να χέ­ρι τὸν Ἀ­δὰμ καὶ στὸ ἄλ­λο τὴν Εὕ­α) ὥ­στε νὰ τοὺς βο­η­θή­σει νὰ ἀ­να­στη­θοῦν. Καὶ ὁ κό­σμος ποὺ μέ­χρι τό­τε βρί­σκον­ταν στὸ σκο­τά­δι τῆς ἀ­γνω­σί­ας καὶ τῆς ἀ­πό­γνω­σης, τώ­ρα λού­ζε­ται στὸ Φω­ς[16] τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως καὶ ἑ­τοι­μα­ζό­μα­στε νὰ ψάλ­λου­με τὸ βρά­δυ τῆς Ἁναστάσεως: «Νῦν πάν­τα πε­πλή­ρω­ται φω­τός, οὐ­ρα­νὸς τὲ καὶ γῆ, καὶ τὰ κα­τα­χθό­νι­α· ἐ­ορ­τα­ζέ­τω γοῦν πά­σα κτί­σις, τὴν Ἔ­γερ­σιν Χρι­στοῦ, ἐν ἢ ἐ­στε­ρέ­ω­ται».

 

 



[1] Στι­χη­ρὰ λέ­γον­ται τὰ τρο­πά­ρι­α ποὺ ξε­κι­νοῦν μὲ κά­ποιον ψαλ­μι­κὸ στί­χο.

[2] Δο­ξα­στι­κὰ λέ­γον­ται τὰ τρο­πά­ρι­α ποὺ ξε­κι­νοῦν μὲ τὸ «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῶ καὶ Ἁ­γί­ω Πνεύ­μα­τι…».

[3] Θε­ο­το­κί­α λέ­γον­ται οἱ ὕ­μνοι ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται στὴν Θε­ο­τό­κο καὶ στὸν ρό­λο ποὺ ἔ­παι­ξε στὴν Θεί­α Οἰ­κο­νο­μί­α.

[4] Ἀ­νά­γνω­σμα α’.

[5] Ἀ­νά­γνω­σμα δ’.

 

[6] Ἀ­νά­γνω­σμα ιε΄.

[7] σ.σ. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει μέ­ρα τοῦ χρό­νου ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­φέ­ρον­ται τὰ λει­τουρ­γι­κὰ βι­βλί­α στοὺς τρεῖς παῖ­δες. Ἰ­δι­αί­τε­ρα στὸν ὄρ­θρο ἀλ­λὰ καὶ σὲ κά­θε κα­νό­να. 

[8] Πρὸς Ρωμαίους κεφ. στ΄, στίχ.3-11.

[9] Κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον  κεφ. κη΄, στίχ. 1-20.

[10] Μεί­ζο­να ταύ­της ἀ­γά­πην οὐ­δεὶς ἔ­χει, ἴ­να τὶς τὴν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ θῆ ὑ­πὲρ τῶν φί­λων αὐ­τοῦ. Ἰωαν. ιε’, στίχ. 13.

[11] «Κα­τὰ τοῦ­το τι­τρώ­σκο­μαι τὴ ἀ­γά­πη ἐ­κεί­νου», Ἁ­γί­ου Συ­με­ὼν τοῦ Νέ­ου Θε­ο­λό­γου ιστ΄ ὕμνος τῶν θεί­ων ἐ­ρώ­των.

[12] «Σὲ γὰρ ὁ­ρῶν τι­τρώσκο­μαι τὰ ἐν­τός της καρ­δί­ας καὶ βλε­πειν οὐκ ἰ­σχύ­ω σε καὶ μὴ βλε­πειν οὐ φέ­ρω˙ ἀ­πρό­σι­τόν το κάλ­λος σου, ἀ­μί­μη­τόν το εἶ­δος, ἀ­σύγ­κρι­τος ἡ δό­ξα σου, καὶ τὶς πό­τε σὲ εἶ­δεν ἡ τὶς ἰ­δειν σὲ δυ­νη­θῆ ὅ­λον, σέ, τὸν Θε­όν μου;», Ἁ­γί­ου Συ­με­ὼν τοῦ Νέ­ου Θε­ο­λό­γου μβ΄ ὕμνος τῶν θεί­ων ἐ­ρώ­των.

[13] Ίωαν. κεφ.ιβ΄, στίχ. 48.

[14] Ίωαν. κεφ. ιθ΄, στίχ. 37.

[15] Συ­με­ὼν Με­τα­φρα­στού, Εἰς θρῆ­νον τῆς Θε­ο­τό­κου, PG 114, 217 Α.

[16] Τρο­πά­ρι­ο γ΄ ὠ­δῆς Ἀ­να­στά­σι­μου κα­νό­νος τοῦ Πά­σχα, ποί­η­μα Ἄγ. Ἰ­ω­άν. Δα­μα­σκη­νοῦ.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

 

Τὸ Μυ­στή­ρι­ο τοῦ Γά­μου

Τὸ Μυ­στή­ρι­ο τοῦ Γά­μου ὀ­φεί­λου­με νὰ τὸ ἐ­κλαμ­βά­νου­με – ὅ­πως λέ­ει καὶ ἡ δι­α­τύ­πω­σή του – ὡς μυ­στή­ρι­ο. Ὁ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸς γά­μος δὲν εἶ­ναι, ὅ­πως λέ­γε­ται, ἡ σφρα­γί­δα τοῦ Θε­οῦ στὴ σχέ­ση μας, οὔ­τε εἶ­ναι ἡ νο­μι­μο­ποί­η­ση τῶν ἐ­ρω­τι­κῶν ἐ­πα­φῶν. Πρωτίστως, εἶ­ναι ἡ ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τοῦ Βα­πτί­σμα­τος καὶ τοῦ Χρί­σμα­τος ὡς τὸ Μυ­στή­ρι­ο τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ Ἀρ­ρα­βώ­να τοῦ πι­στοῦ ὡς μέ­λος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μὲ τὸν ἴ­διο τὸν Νυμ­φί­ο Χρι­στὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος Ἀρ­ρα­βώ­νας θὰ βρεῖ τὴν πλη­ρό­τη­τά του κα­τὰ τὴν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι δη­λα­δὴ τὸ Μυ­στή­ρι­ο ἐ­κεῖ­νο ὅ­που οἱ πι­στοὶ προ­σφέ­ρουν τὸ σῶ­μα τους καὶ τὴν ψυ­χή τους πρὸς τὸν Χρι­στὸ ὥ­στε ἐ­κεῖ­νος νὰ τὰ εὐ­λο­γή­σει, νὰ τὰ ἑ­νώ­σει, νὰ τὰ καρ­πο­φο­ρή­σει πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἐν τέ­λει νὰ τὰ ἁ­γι­ά­σει καὶ νὰ μᾶς τὰ ξα­να­προ­σφέ­ρει ἁ­γι­α­σμέ­να πλέ­ον ὥ­στε νὰ τὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με ὡς δῶ­ρα τοῦ Θε­οῦ καὶ ὡς συν­δι­α­χει­ρι­στὲς τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας ἀ­πὸ τώ­ρα ὡς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μας.

Γιὰ αὐ­τὸ ὁ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸς Γά­μος ξε­κι­νά­ει ἀ­πὸ τὸ Βά­πτι­σμα καὶ τὸ Χρί­σμα καὶ ἐ­πε­κτεί­νον­ται ὡς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μας. Γιὰ αὐ­τὸ καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εὐ­λο­γεῖ καὶ προ­σφέ­ρει στέ­φα­να στοὺς νε­ό­νυμ­φους, ὥ­στε νὰ τοὺς στε­φα­νώ­σει προ­κα­τα­βο­λι­κὰ γιὰ τὶς θυ­σί­ες καὶ τὰ μαρ­τύ­ρι­α ποὺ πρό­κει­ται νὰ λά­βουν χώ­ρα στὴ ζω­ή τους γιὰ νὰ σταυ­ρώ­σουν τὸ ἐ­γω­ι­σμό τους καὶ νὰ φτά­σουν στὴν πο­θη­τὴ ἐν Ἁ­γί­ω Πνεύ­μα­τι ἕ­νω­ση καὶ τε­λεί­α ἀ­γά­πη ὅ­πως ὁ Χρι­στός.

Ὁ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸς Γά­μος εἶ­ναι γά­μος Παρ­θε­νί­ας μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι οἱ νε­ό­νυμ­φοι ἀ­γω­νί­ζον­ται ἀ­πὸ κοι­νοῦ γιὰ νὰ ἀ­φι­ε­ρω­θοῦν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν Θε­ὸ ὅ­πως κά­νουν καὶ οἱ μο­να­χοί, μὲ τὴν δι­α­φο­ρὰ ὅ­τι οἱ ἔγ­γα­μοι ἀλ­λη­λο­βο­η­θι­οῦν­ται βα­στά­ζον­τας ὁ ἕ­νας τα βά­ρη τοῦ ὅ­λου. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ κα­λεῖ­ται Μυ­στή­ρι­ο. Για­τί οἱ δύ­ο γί­νον­ται ἕ­να ὅ­πως εἶ­ναι καὶ ὁ Χρι­στὸς ἑ­νω­μέ­νος μὲ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­πως εἶ­ναι καὶ ἡ Ἁ­γί­α Τρι­ά­δα τρί­α καὶ ἕ­να μα­ζί. Ἡ «σάρ­κα μί­α» δη­λώ­νει τὴν ἕ­νω­ση ὄ­χι μό­νο της σάρ­κας ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ζευ­γα­ριοῦ μὲ τὸ Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ – τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Τὸ ἀν­δρό­γυ­νο δὲν παν­τρεύ­ε­ται μό­νο με­τα­ξύ του ἀλ­λὰ παν­τρεύ­ε­ται καὶ μὲ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, τὸν Νό­μο καὶ τοὺς Προ­φῆ­τες δη­λα­δὴ μὲ τὸν Χρι­στό!

Τὸ γλέν­τι ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ με­τὰ τὸν Γά­μο δὲν εἶ­ναι γλέν­τι ἀ­σύ­δο­του ξε­σπά­σμα­τος ἀλ­λὰ προ­τύ­πω­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς πα­νη­γύ­ρε­ως τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ Ἀ­σώ­του ἀν­θρώ­που στὸ ἀρ­χαῖ­ο προ­πτω­τι­κὸ κάλ­λος.

Γιὰ αὐ­τὸ καὶ ὁ Γά­μος ὀ­φεί­λει νὰ τε­λεῖ­ται ἐν­τός της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας δι­ὰ νὰ ἐ­πα­νέλ­θει ὁ Μυ­στη­ρι­α­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ ἀλ­λὰ καὶ νὰ ἐ­πα­να­συν­δε­θεῖ μὲ τὸ κα­τε­ξο­χὴν Μυ­στή­ρι­ο τῆς Ἑ­νώ­σε­ως τοῦ Θε­οῦ μὲ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ εἶ­ναι τὸ Μυ­στή­ρι­ο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας – τῆς Θεί­ας λει­τουρ­γί­ας. Καὶ μά­λι­στα τε­λεῖ­ται τὴν Κυ­ρι­α­κὴ ἡ­μέ­ρα, ἡ­μέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου, μὲ τὴν πα­ρου­σί­α ὅ­λων των ἐ­νο­ρι­τῶν, φί­λων καὶ συγ­γε­νῶν στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ ὄ­χι σὲ ἐ­ξωκ­κλή­σι­α ἐν κρυ­πτῶ, εἴ­τε ἐ­κτὸς να­οῦ, ὥ­στε μέ­σα ἀ­πὸ τὴν φα­νε­ρὴ κοι­νὴ σύ­να­ξη καὶ τὴν κοι­νὴ εὐ­χὴ νὰ ἀ­να­δυ­θεῖ ἡ «Ὀ­γδό­η Ἡ­μέ­ρα», ἡ ἡ­μέ­ρα τοῦ «Ἀ­νε­σπέ­ρου Φω­τὸς τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ», τῆς πο­θει­νῆς πα­τρί­δας τῶν ἀν­θρώ­πων ὅ­που ζοῦν ἑ­νω­μέ­νοι μὲ τὸν Θε­ό.

Ἡ «ἐ­πι­τυ­χί­α» τοῦ Γά­μου δὲν εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­φυ­γὴ τῆς ἀ­πά­της τῶν συν­τρό­φων. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὁ πο­λι­τι­κὸς γά­μος καὶ ἡ συμ­βί­ω­ση, τὰ ὁ­ποί­­α ἔ­χουν ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις καὶ δι­και­ώ­μα­τα. Ἄλ­λω­στε γιὰ νὰ φτά­σεις στὴν ἀ­πά­τη τοῦ συν­τρό­φου ση­μαί­νει ὅ­τι ἔ­χεις ἤ­δη ἀ­πα­τή­σει τὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ ἔ­χεις δι­α­κο­ρεύ­σει τὴν προ­σω­πι­κή σου παρ­θε­νί­α. Ὁ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸς Γά­μος πε­τυ­χαί­νει ὅ­ταν οἱ σύ­ζυ­γοι μά­θουν νὰ ἑ­νώ­νον­ται καὶ μὲ τὸν Θε­ό, καὶ με­τα­ξύ τους ἀλ­λὰ καὶ μὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο ἀ­φοῦ ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος εἶ­ναι εἰ­κό­να Θε­οῦ, ἀ­πὸ τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἁρ­μό­ζον­ται τὰ χέ­ρια τοὺς μέ­χρι νὰ κλεί­σουν τὰ μά­τια τους. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α τῆς δι­α­τή­ρη­σης τοῦ «κα­λοῦ οἴ­νου» τῆς Κα­νὰ μέ­χρι τὸ τέ­λος.

Ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω γί­νε­ται σα­φὲς ὅ­τι σκο­πὸς τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ Γά­μου δὲν εἶ­ναι τε­λι­κὰ ἡ τε­κνο­γο­νί­α – αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη δω­ρε­ὰ τοῦ Θε­οῦ ὅ­που ὁ Θε­ὸς προ­ά­γει τὸν ἄν­θρω­πο ὡς συν­δη­μι­ουρ­γὸ στὴν κτί­ση – ἀλ­λὰ ἡ θυ­σι­α­στι­κὴ ἀ­γά­πη τοῦ ἑ­νὸς πρὸς τὸν ἄλ­λο κα­τὰ μί­μη­ση τῆς Θυ­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ πά­νω στὸν Σταυ­ρὸ γιὰ χά­ρη τῆς Νύμ­φης Ἐκ­κλη­σί­ας δη­λα­δὴ γιὰ χά­ρη τῶν ἀν­θρώ­πων. «Τέ­κνα» καὶ «κλη­ρο­νο­μι­ὰ» τῶν ἄ­τε­κνων συ­ζύ­γων εἶ­ναι οἱ ἀ­ρε­τὲς τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Συ­ζυ­γί­ας καὶ τὸ δό­σι­μο τοῦ ἑ­νὸς συ­ζύ­γου πρὸς τὸν ἄλ­λο ἀλ­λὰ καὶ πρὸς τὸν ξέ­νο ἀ­δελ­φὸ στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ. « Ἐφ᾿ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40).

Ὁ ὑ­περ­βο­λι­κὸς στο­λι­σμός, ἡ ἀ­νάρμοστη ἔν­δυ­ση, τὸ πέ­τα­μα τοῦ ρυ­ζιοῦ, τὸ πά­τη­μα τοῦ πο­διοῦ, οἱ συ­ζη­τή­σεις ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτὸς να­οῦ, ὁ ἐ­πι­πό­λαιος ἔ­ρω­τας, ὁ ἀ­σύ­νε­τος ψυ­χο­λο­γι­κὸς ρο­μαν­τι­σμός, τὸ ἀ­δύ­να­μο ψυ­χι­κὸ σθέ­νος, ἡ ἀ­νω­ρι­μό­τη­τα, ἡ ἔλ­λει­ψη πεί­ρας τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, ἡ ἔλ­λει­ψη ἐμ­πι­στο­σύ­νης στὸν Θε­ὸ, ἡ νε­ο­φα­νῆς  πα­ρε­κτρο­πὴ τῆς «γα­μο­βά­πτι­σης» καὶ ἡ ἄρ­νη­σή μας νὰ ταυ­τι­στοῦ­με μὲ τὸ Μυ­στή­ρι­ο τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ Γά­μου οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­πο­δει­κνύ­ουν τὴν λαν­θά­νου­σα ἀν­τί­λη­ψη καὶ τὴν ὑ­πο­κρι­σί­α ποὺ μᾶς χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἀλ­λὰ ἐ­πι­σφρα­γί­ζει καὶ τὴν ἄ­γνοι­α καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­να­ζή­τη­σης ὅ­λων ἠ­μῶν τῶν κατ’ ὄ­νο­μα χρι­στια­νῶν.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΛΙΤΗΣ

 

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΛΙΤΗΣ


Ἡ ἀκολουθία τῆς Λιτῆς εἶναι μιὰ πολὺ ὄμορφη ἀκολουθία ποὺ συνηθίζεται στὶς πανηγύρεις καὶ στὶς ἀγρυπνίες. Στὰ μοναστήρια τελεῖται κάθε Κυριακὴ καὶ κάθε ἑορτάσιμη ἡμέρα, εἴτε ἐμβόλιμα μέσα στὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ εἴτε μετὰ τὸν ὄρθρο, συναπτὰ μὲ τὴν ἀκολουθία τῆς α΄ ὥρας. Στὶς ἐνορίες τελεῖται στοὺς πανηγυρικοὺς ἑσπερινοὺς μαζὶ μὲ τὴν ἀρτοκλασία. Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ διεισδύσουμε στὴν οὐσία τῆς Λιτῆς θὰ πρέπει νὰ δοῦμε πρῶτα ποιά ἦταν ἡ παλαιά της μορφή.

Κατ' ἀρχὰς ὁ ὅρος «Λιτὴ» προέρχεται ἀπὸ τὴν λιτανεία ποὺ μὲ τὴν σειρά της σημαίνει λατρευτικὴ ἱκεσία. Εἶναι λοιπὸν ἡ Λιτὴ μιὰ λιτανεία, δηλαδὴ μιὰ μεταφορὰ τῆς εἰκόνος τῆς ἑορτῆς ἢ τοῦ ἁγίου ποὺ ἑορτάζει ἀπὸ τὸν διάκονο καὶ τὸν ἱερέα, ἡ ὁποία ξεκινάει ἀπὸ τὸ ἱερὸ καὶ καταλήγει στὸν ἐσωνάρθηκα ἢ Λιτή, ἐκτὸς δηλαδὴ τοῦ κυρίως ναοῦ. Προπορεύονται οἱ ψάλτες καὶ οἱ λαμπαδοῦχοι, ὕστερα οἱ ἱερεῖς καὶ ἀκολουθεῖ ὁ λαός. Ἐκεῖ στὸν χῶρο τῆς Λιτῆς, τοποθετεῖται ἡ εἰκόνα σὲ προευπρεπισμένο προσκυνητάρι καὶ ἀναπέμπεται ἱκεσία.

Καθ' ὅλη τὴν διάρκεια τῆς λιτανείας οἱ ψάλτες ψάλλουν ἀπὸ τὸ λειτουργικὸ βιβλίο του μηναίου ἰδιόμελα τροπάρια ποὺ ἀφοροῦν τὴν Λιτὴ τῆς ἑορτῆς. Ὅταν πρόκειται γιὰ ἑορτὴ ἁγίου, τὰ τροπάρια ἔχουν ἱκετευτικὸ καὶ παρακλητικὸ χαρακτῆρα καὶ ὅταν πρόκειται γιὰ δεσποτικὴ ἢ θεομητορικὴ ἑορτὴ ἔχουν ἔντονο πανηγυρικὸ χαρακτῆρα. Ὁ διάκονος κατὰ τὴν λιτανεία θυμιάζει τὴν εἰκόνα μὲ εὐῶδες θυμίαμα καὶ κατόπιν θυμιάζει τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό.

Ἀφοῦ ὁ χορὸς ὁλοκληρώσει ὅλα τὰ τροπάρια τὰ ὁποῖα συνήθως ψάλλονται σὲ ἀργὸ μέλος, ὁ διάκονος ἀναπέμπει μιὰ σειρὰ ἀπὸ αἰτήσεις ποὺ ἀφοροῦν τὴν μεσιτεία τῶν ἁγίων καὶ τῆς Θεοτόκου πρὸς τὸν Θεὸ ὥστε νὰ πέμψει τὸ ἔλεὸς Του πρὸς τὸν λαό, χαρίζοντας εὐσπλαχνία, εἰρήνη, ὑγεία, μακροημέρευση, ἱκανοποίηση πνευματικῶν καὶ ὑλικῶν ἀναγκῶν, ὑποταγὴ τῶν στοιχείων τῆς φύσεως πρὸς πλούσια καρποφορία καὶ εὐημερία, ἀνάπαυση κεκοιμημένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν οἱ ὁποῖοι διηκόνησαν στὴν μονὴ ἢ στὴν ἐνορία, παράβλεψη τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἀπόδοση θείου ἐλέους.

Ὁ λόγος ποὺ τελεῖται ἡ Λιτὴ ἐκτὸς τοῦ κυρίως ναοῦ ἔχει ἰδιαίτερο συμβολισμό. Ἡ Ἐκκλησία θέλει νά μᾶς ὑπενθυμίσει τὴν παρακοὴ τῶν πρωτοπλάστων καὶ τὴν ἔξωσή τους ἀπὸ τὸν Παράδεισο, δηλαδὴ τὴν ἀπώλεια τοῦ ἀρχαίου κάλλους καὶ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας ἔγινε ἀφορμὴ νὰ χαθεῖ ἡ κοινωνία τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεό, ἔτσι καὶ οἱ δικές μας ἁμαρτίες, μᾶς ἀποκλείουν ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως ἡ ἱκεσία τοῦ λαοῦ, ἡ μετάνοια καὶ οἱ πρεσβεῖες τῶν ἁγίων καὶ τῆς Θεοτόκου ἑλκύουν τὸ ἔλεος καὶ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀναδεικνύουν τὴν ἀγάπη Του πρὸς τὸν κάθε ἄνθρωπο καὶ τὸν καθιστοῦν ἄξιο νὰ ξαναγίνει ἀπὸ ἄσωτος υἱὸς γνήσιο τέκνο τοῦ φιλεύσπλαχνου Πατέρα καὶ πολίτης τοῦ Παραδείσου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ὅπου μὲ τὸ τέλος τῆς Λιτῆς καὶ ἀφοῦ προσκυνήσουν ὅλοι τὴν εἰκόνα τῆς ἑορτῆς ἢ τοῦ ἁγίου, ἐπιστρέφουν ἐν πομπῇ στὸν κυρίως ναὸ ὥστε νὰ συνεχιστεῖ ἡ ἀκολουθία καὶ νὰ ἀξιωθοῦν ὅλοι νὰ μεταλάβουν τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ. Δηλαδή, μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ κοινωνία καὶ ἡ «συνομιλία» τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο ἀποκαθίσταται πλήρως, ὅπως ἦταν πρὸ τῆς πτώσεως τοῦ πρωτοπλάστων.

Αὐτὴ ἦταν μὲ λίγα λόγια ἡ ἀκολουθία τῆς Λιτῆς στὴν ἀρχική της μορφὴ κατὰ τὸ μοναστηριακὸ τυπικό. Στὶς ἐνορίες, ἡ Λιτὴ στὴν σημερινή της μορφὴ εἶναι λίγο διαφορετικὴ καὶ ἔχει ἀποκλειστικὰ πανηγυρικὴ μορφή. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πανηγυρικοῦ ἑσπερινοῦ, τελεῖται πάλι ἡ λιτανεία τῆς εἰκόνος τῆς ἑορτῆς ἢ τοῦ ἑορταζόμενου ἁγίου ὅπως ἀναφέρθηκε προηγουμένως, ψάλλοντας ἕνα ἀπὸ τὰ τροπάρια καὶ καταλήγοντας στὸ κέντρο τοῦ κυρίως ναοῦ. Ἐκεῖ ἐπισυνάπτεται καὶ ἡ ἀρτοκλασία, ἡ εὐλόγηση δηλαδὴ πέντε ἄρτων, ἐλαίου, οἴνου καὶ σιταριοῦ, κατὰ μίμηση τοῦ θαύματος τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καὶ τοῦ χορτασμοῦ τοῦ πλήθους. Ὁ διάκονος ἀναπέμπει αἰτήματα ὑγείας, σωτηρίας καὶ συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ καὶ μνημονεύει τὰ ὀνόματα τῶν προσφερόντων τῶν ἄρτων καὶ τῶν λοιπῶν δώρων ὥστε ὁ Θεὸς νὰ εὐλογήσει τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς χαρίζει ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν λαὸ ὥστε μὲ τὴν μεσιτεία τῶν ἁγίων καὶ τῆς Θεοτόκου νὰ χαρίζει ἔλεος καὶ ἁγιασμό.

Στὴ συνέχεια, ψάλλεται πανηγυρικὰ ἀπὸ τὸν πρῶτο τῇ τάξει ἱερέα τὸ «Θεοτόκε Παρθένε...», αὐτὸς ὁ ὄμορφος ὕμνος πρὸς τὴν Παναγία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἐγγυήτρια τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἡ «κλίμακα» ὥστε νὰ μεταβεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ πάλι στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Τέλος, ἀφοῦ εὐλογηθοῦν οἱ ἄρτοι, ὁ οἶνος καὶ τὸ ἔλαιο, κλῆρος καὶ λαὸς ψάλλουν τὸν ψαλμικὸ στίχο «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν...» ὥστε νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὰ δῶρα πρὸς τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναγνωριστεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅποιος ἐλπίζει καὶ στηρίζεται στὸν ἀληθινὸ Θεὸ δὲν θὰ τοῦ λείψει τίποτα, οὔτε πνευματικὸ οὔτε ὑλικὸ ἀγαθό.

Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ τονισθεῖ εἶναι ὅτι ἡ ἀρτοκλασία δὲν εἶναι ὑποκατάστατο τῆς Θείας Κοινωνίας. Ἡ ἀρτοκλασία εἶναι ἁπλὰ ἕνας ἄρτος ποὺ εὐλογεῖται κατὰ μίμηση τοῦ θαύματος τῶν πέντε ἄρτων. Ἡ Θεία κοινωνία εἶναι κάτι πολὺ ἀνώτερο γι' αὐτὸ καὶ τελεῖται κατὰ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Δὲν εἶναι ἁπλὰ ψωμὶ καὶ κρασὶ ἀλλὰ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ τὰ ὁποῖα χαρίζουν ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ αἰώνιο Ζωή, ἄρα κοινωνία μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό.

Η ΣΥΝΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

Ἡ συν­δι­α­κο­νί­α τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ

 

Ὅ­ποιος ἔ­χει ἐ­πι­σκε­φθεῖ κά­ποιο  μο­να­στή­ρι θὰ ἔ­χει δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἕ­νας με­γά­λος ἀ­ριθ­μὸς ἀ­δελ­φῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι δι­α­κο­νοῦν στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ὅ­λοι τους εἶ­ναι ἀ­θό­ρυ­βοι ἀλ­λὰ ἀ­ει­κί­νη­τοι, σβέλ­τοι ἀλ­λὰ τὸ μό­νο ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι τὸ θρό­ι­σμα τοῦ ρά­σου κα­θὼς γλι­στρά­ει ἁ­πα­λὰ στὸ δά­πε­δο.

Αὐ­τὲς οἱ ὄ­μορ­φες κι­νή­σεις τῶν ἀ­δελ­φῶν δη­μι­ουρ­γοῦν μιὰ ὄ­μορ­φη εἰ­κό­να τῆς συν­δι­α­κο­νί­ας τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­λοι δι­α­κο­νοῦν τὴν λα­τρεί­α τοῦ Ἑ­νὸς ἀλ­λὰ ταυ­τό­χρο­να δι­α­κο­νοῦν τοὺς πάν­τες, τὸν Ἡ­γού­με­νο, τοὺς ἀ­δελ­φούς, τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες, τοὺς ἀ­δελ­φοὺς ἐ­κτὸς μο­να­στη­ριοῦ ποὺ ζη­τοῦν κά­ποια βο­ή­θει­α, προ­σευ­χὲς καὶ δε­ή­σεις κλπ. Κα­νέ­νας δὲν ξε­χω­ρί­ζει καὶ κα­νέ­νας δὲν κα­τα­φρο­νεῖ­ται. Αὐ­τὴ ἡ εὐ­λο­γη­μέ­νη ἐρ­γα­τι­κὴ κυ­ψέ­λη, μὲ τὴν ἱ­ε­ραρ­χί­α καὶ τὴν τά­ξη της, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι ὁ­μοι­ά­ζει μὲ τὴν δι­α­κο­νί­α τῶν λει­τουρ­γι­κῶν πνευ­μά­των, τῶν ἀγ­γε­λι­κῶν ταγ­μά­των δη­λα­δή, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­ε­νά­ως ὑ­μνοῦν, δο­ξο­λο­γοῦν καὶ δι­α­κο­νοῦν στὴν θρι­αμ­βεύ­ου­σα Ἐκ­κλη­σί­α τὸ Οὐ­ρά­νι­ο Θυ­σι­α­στή­ρι­ο.

Ἡ πεί­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας λέ­ει ὅ­τι ἡ εὐ­λο­γη­μέ­νη αὐ­τὴ δι­α­κο­νί­α ἀ­πο­τε­λεῖ καρ­πὸ ὑ­πα­κο­ῆς, εὐ­λα­βοῦς προ­σευ­χη­τι­κῆς στά­σε­ως, συ­στη­μα­τι­κῆς ἐκ­μά­θη­σης καὶ στα­δι­α­κῆς κα­τη­χη­τι­κῆς προ­ό­δου, δι­ευ­κο­λύ­νει τὸ ἔρ­γο τῶν λει­τουρ­γῶν, προ­σφέ­ρει νό­η­μα, εὐ­λο­γί­α, τι­μὴ καὶ οὐ­ρά­νι­ο μι­σθὸ στὸν δι­α­κο­νη­τή. Μὲ ἄλ­λα λό­για ἀ­να­δει­κνύ­ει τὸ ἀ­πα­ραί­τη­τόν του κά­θε ἐ­νερ­γοῦ μέ­λους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὥ­στε νὰ συν­τε­λεῖ­ται ἁρ­μο­νι­κά το ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὸ ἔρ­γο τῆς συ­νι­ε­ρουρ­γί­ας λα­οῦ, κλή­ρου, οὐ­ρα­νί­ων δυ­νά­με­ων, τοῦ χο­ροῦ τῶν ἁ­γί­ων καὶ τοῦ Θε­οῦ. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος τὸ ἀ­να­λύ­ει πο­λὺ ὄ­μορ­φα  στὴν Ἃ΄ πρὸς Κο­ριν­θί­ους ἐ­πι­στο­λὴ (15, 39-41) «οὐ πά­σα σὰρξ ἡ αὐ­τὴ σάρξ, ἀλ­λὰ ἄλ­λη μὲν ἀν­θρώ­πων, ἄλ­λη δὲ σὰρξ κτη­νῶν, ἄλ­λη δὲ ἰ­χθύ­ων, ἄλ­λη δὲ πε­τει­νῶν  καὶ σώ­μα­τα ἐ­που­ρά­νι­α, καὶ σώ­μα­τα ἐ­πί­γει­α· ἂλλ  ἑ­τέ­ρα μὲν ἥ των ἐ­που­ρα­νί­ων δό­ξα, ἑ­τέ­ρα δὲ ἥ των ἐ­πι­γεί­ων,  ἄλ­λη δό­ξα ἡ­λί­ου, καὶ ἄλ­λη δό­ξα σε­λή­νης, καὶ ἄλ­λη δό­ξα ἀ­στέ­ρων· ἀ­στὴρ γὰρ ἀ­στέ­ρος δι­α­φέ­ρει ἐν δό­ξη. Ἔ­τσι καὶ ἡ δι­α­κο­νί­α κά­θε πι­στοῦ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀλ­λὰ κα­τὰ πάν­τα ὡ­ραί­α καὶ μο­να­δι­κή. Δὲν ὑ­πάρ­χει στὴν Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­τα­ξί­α καὶ ἐ­γω­ι­στι­κὸς ἀν­τα­γω­νι­σμὸς ἀλ­λὰ ὁ Θε­ὸς εὐ­λο­γεῖ καὶ τὸ ἐ­λά­χι­στο, καὶ τὸ κά­νει νὰ φαί­νε­ται ση­μαν­τι­κό, ἀ­πα­ραί­τη­το, ὄ­μορ­φο καὶ μο­να­δι­κό. Τό­ση Χά­ρη δί­νει ὁ Θε­ὸς στοὺς δι­α­κό­νους Του ὥ­στε χαρίζει τὴν δυ­να­τό­τη­τα καὶ στὸν ἄν­θρω­πο νὰ συμ­με­τέ­χει ἐ­νερ­γὰ στὰ τε­λού­με­να τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ νὰ μὴν εἶ­ναι ἕ­νας πα­θη­τι­κὸς ἀ­πο­δέ­κτης τῶν Μυ­στη­ρί­ων καὶ τῶν Δω­ρε­ῶν.

Λαμ­βά­νον­τας λοι­πὸν ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω ὑ­πό­ψη μας, θὰ πρέ­πει νὰ προ­σπα­θοῦ­με νὰ εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη καὶ ἡ δι­κή μας δι­α­κο­νί­α στοὺς ἐ­νο­ρι­α­κοὺς να­ούς. Πό­σο ὄ­μορ­φη εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να μιᾶς ἐ­νο­ρί­ας ὅ­που συμ­με­τέ­χουν πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι μὲ χα­ρά, μὲ χα­μό­γε­λο, μὲ τά­ξη, μὲ χα­μαι­κοι­τί­α, μὲ εὐ­γέ­νει­α, μὲ σι­ω­πὴ καὶ ἡ­συ­χί­α. Ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει ἐρ­γα­τι­κό­τη­τα, κα­τα­νό­η­ση, ἀλ­λη­λο­ϋ­πο­στή­ρι­ξη, ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση, σε­βα­σμὸς καὶ εὐ­λά­βει­α. Τό­τε ζοῦ­με πραγ­μα­τι­κὰ μὲ ἐν­θου­σι­α­σμὸ (γι­νό­μα­στε ἔν­θε­ε­οι), σκε­πά­ζον­ται τὰ λά­θη καὶ οἱ πα­ρα­λεί­ψεις, ζοῦ­με «ἐν με­τα­νοί­α καὶ χά­ρι­τι, ἐν ἐ­λέ­ει καὶ οἰ­κτιρ­μοῖς».

Ἀν­τι­θέ­τως, πό­σο ἄ­σχη­μο καὶ ἀ­πω­θη­τι­κὸ εἶ­ναι τὸ βλέ­που­με βλο­συ­ρὰ βλέμ­μα­τα, ἐ­κνευ­ρι­σμό, ἀν­τα­γω­νι­σμό, ἐ­πί­δει­ξη, πα­θη­τι­κό­τη­τα, μι­ζέ­ρια, βα­ρε­μά­ρα, τεμ­πε­λιά, ἀ­νευ­λα­βι­κό­τη­τα, ἀ­δι­α­κρι­σί­α, ὑ­περ­βο­λι­κὲς ἐκ­φρά­σεις θρη­σκευ­τι­κό­τη­τας οἱ ὁ­ποῖ­ες γί­νον­ται γιὰ τὸ θε­α­θῆ­ναι. Ἀ­πὸ τὴν στιγ­μὴ ποὺ ὁ πι­στὸς δὲν προ­σέ­χει τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ ἀ­φή­νε­ται ἀ­χα­λί­νω­τος στὴ γνώ­μη του, στὸν ἐ­γω­ι­σμό του, στὴν τρυ­φυ­λό­τη­τα καὶ ἀ­να­ζη­τά­ει προ­σω­πι­κὴ ἀ­να­γνώ­ρι­ση τό­τε παύ­ει ἡ ἑ­νό­τη­τα καὶ γι­νό­μα­στε αὐ­το­α­να­φε­ρό­με­νοι δη­λα­δὴ λα­τρεύ­ου­με τὸ αὐ­το­εί­δω­λό μας.

Λέ­ει ὁ Μέ­γας Ἀν­τώ­νι­ος στοὺς ἀ­σκη­τι­κοὺς κα­νό­νες του ὅ­τι ὅ­ταν προ­σεύ­χε­σαι καὶ μνη­μο­νεύ­εις τὸν Θε­ό, τα­κτο­ποί­η­σε τὸ ἔν­δυ­μά σου μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­σαι ἐν­δε­δυ­μέ­νος σὰν νὰ εἶ­ναι φτε­ρὰ μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ πτε­ρυ­γί­σεις πά­νω ἀ­πὸ τὴν θά­λασ­σα τοῦ πυ­ρός. Δη­λα­δὴ ὁ Ἅ­γι­ος δί­νει ση­μα­σί­α ὅ­ταν προ­σευ­χό­μα­στε εἴ­τε στὴν ἐκ­κλη­σί­α εἴ­τε στὸ δω­μά­τι­ό μας νὰ προ­σέ­χου­με τὶς ἐκ­φρά­σεις μας καὶ τὴν στά­ση μας ὥ­στε νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν μέ­ρος τῆς προ­σευ­χῆς μας. Τὰ χα­σμου­ρη­τά, ὁ συ­νω­στι­σμός,  οἱ ἄ­σκο­πες ὁ­μι­λί­ες, τὰ ἐμ­πα­θῆ βλέμ­μα­τα,  ἡ μὴ ἁρ­μό­ζου­σα στά­ση καὶ γλώσ­σα τοῦ σώ­μα­τός μας, ἀ­κό­μη καὶ τὰ ἀ­πρό­σε­χτα ροῦ­χα μας καὶ ἡ εἰ­κό­να μᾶς δη­λώ­νουν το ὅ­τι βρι­σκό­μα­στε μα­κράν του Θε­οῦ.

Πο­λὺ πε­τυ­χη­μέ­να λέ­ει ὁ μα­κα­ρι­στὸς Προ­η­γού­με­νος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σί­μω­νος Πέ­τρας ἀρ­χιμ. Αἰ­μι­λι­α­νὸς ὅ­τι πρέ­πει ὁ πι­στὸς νὰ εἶ­ναι ἄ­ξι­ος τι­μῆς καὶ ἐ­παί­νου χω­ρὶς πο­τὲ ὁ ἴ­διος νὰ ἐ­πι­ζη­τεῖ ἔ­παι­νο ἢ τι­μή.  Τό­σο πο­λὺ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χου­με τὸν ἑ­αυ­τό μας καὶ νὰ τὸν καλ­λι­ερ­γοῦ­με πνευματικά. Εἰ­δάλ­λως, ἂν σκαν­δα­λί­σου­με κά­ποιο ἀ­δελ­φὸ παίρ­νου­με κρί­μα καὶ ἡ δι­α­κο­νί­α μᾶς δυ­σα­ρε­στεῖ τὸν Θε­ό.

Ἀς θυ­μό­μα­στε λοι­πὸν τὶς πα­ραι­νέ­σεις τὸν ἁ­γί­ων πα­τέ­ρων καὶ ἃς προ­σπα­θοῦ­με νὰ τὰ ἐ­φαρ­μό­ζου­με ὅ­σο εἶ­ναι δυ­να­τό. Ἀς δοῦ­με ἐ­πί­σης καὶ κά­ποιες προ­τά­σεις. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας θὰ πρέ­πει νὰ δί­νει εὐ­και­ρί­ες στοὺς πι­στοὺς καὶ νὰ τοὺς προ­ε­τοι­μά­ζει ὥ­στε νὰ δι­α­κο­νοῦν ὅ­πως ἁρ­μό­ζει στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἐν­νο­εῖ­ται πὼς δὲν γί­νε­ται αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη μέ­ρα ἀλ­λὰ μὲ τὸν χρό­νο, τὴν συ­νερ­γα­σί­α, τὸν δι­ά­λο­γο καὶ τὴν κα­λο­προ­αί­ρε­τη  δι­ά­θε­ση μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­δώ­σει. Οἱ ψάλ­τες κα­τό­πιν συ­νεν­νό­η­σης μὲ τὸν ἱ­ε­ρέ­α θὰ πρέ­πει νὰ τη­ροῦν τὸ τυ­πι­κὸ καὶ νὰ προ­ε­τοι­μά­ζον­ται κα­τάλ­λη­λα στὶς μέ­ρες ποὺ ἐ­φαρ­μό­ζον­ται ἰ­δι­ά­ζου­ζες πε­ρι­πτώ­σεις τυ­πι­κοῦ. Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται κά­ποιος ἄ­γνω­στος ἢ ἐ­πι­σκέ­πτης στὸ να­ὸ δὲν θὰ πρέ­πει νὰ τὸν κοι­τά­ζου­με μὲ ἀ­δι­α­κρι­σί­α καὶ ἐ­ξε­τα­στι­κό­τη­τα ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας νὰ τὸν κα­λω­σο­ρί­ζου­με καὶ νὰ τὸν δε­χό­μα­στε μὲ ἀ­γά­πη, προ­σφέ­ρον­τάς του ἕ­να κέ­ρα­σμα. Στὶς πα­νη­γύ­ρεις θὰ πρέ­πει νὰ συμ­με­τέ­χουν μὲ χα­ρὰ οἱ πι­στοὶ στὸν ἐ­ξω­ρα­ϊ­σμὸ  καὶ τὴν κα­θα­ρι­ό­τη­τα τοῦ να­οῦ καὶ νὰ συ­νερ­γά­ζον­ται ὅ­λοι θέ­τον­τας ὡς στό­χο τὸ συμ­φέ­ρον τοῦ να­οῦ.

Ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­ναι οὐ­το­πί­ες καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­σμοὶ ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἡ πρα­κτι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γὴ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ἂν ὅ­λοι εἶ­ναι εὐ­γε­νι­κοί, κα­λό­πι­στοι, ἔ­χουν σε­βα­σμὸ καὶ δι­α­κο­νοῦν μὲ προ­σευ­χὴ καὶ προ­σο­χὴ τό­τε οἱ ἐ­νο­ρί­ες ἀ­πο­κτοῦν μιὰ δυ­να­μι­κὴ καὶ γί­νον­ται τό­ποι ἀ­να­ψυ­χῆς καὶ πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­νά­τα­σης. Καὶ τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο εἶ­ναι ὅ­τι θὰ ἀ­ξί­ζουν ἐ­παί­νου καὶ τι­μῆς καὶ θὰ ἀ­πο­τε­λοῦν ζων­τα­νὲς εἰ­κό­νες τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΕ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ)

 

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΕ´ 11 - 32

11 Εἶπε δέ· Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους· 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱὸς· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

 

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ

 

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΕ´ 11 - 32

11 Διὰ νὰ κάμῃ δὲ σαφεστέραν καὶ περισσότερον καταληπτὴν τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, εἶπε καὶ τὴν ἀκόλουθον παραβολήν· ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Θεὸς δηλαδή, εἶχε δύο υἱούς. 12 Καὶ εἶπεν εἰς τὸν πατέρα ὁ μικρότερος υἱός, ποὺ εἰκονιζει τὸν ἀποστάτην ἁμαρτωλόν, ὁ ὁποῖος φεύγει ἀπὸ τὴν ὑπακοὴν καὶ προστασίαν τοῦ ἐπουρανίου Πατρός· Πατέρα, δός μου τὸ μερίδιον τῆς περιουσίας, ποὺ μοῦ ἀνήκει. Καὶ ἐμοίρασεν ὁ πατὴρ καὶ εἰς τοὺς δύο υἱοὺς τὴν περιουσίαν. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ καὶ εἰς τὸν ἁμαρτωλόν, ποὺ θέλει νὰ ζῇ μακρὰν ἀπὸ αὐτόν, παρέχει τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ πνευματικὰ καὶ ὑλικὰ χαρίσματα, ποὺ ἐὰν αὐτὸς δὲν τὰ κατεχρᾶτο, θὰ τὸν ἔκαναν πραγματικῶς εὐτυχῆ καὶ μακάριον. 13 Καὶ ὁ νεώτερος υἱὸς ὕστερα ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας, ἀφοῦ ἐμάζευσεν ὅλα, ὅσα τοῦ ἔδωκεν ὁ πατέρας του, ἐταξίδευσεν εἰς μέρος μακρυνὸν καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν περιουσίαν του μὲ τὸ νὰ ζῇ βίον ἄσωτον καὶ παραλυμένον. Ἔτσι χωρίζουν καὶ τὸν ἁμαρτωλὸν αἱ ἁμαρτίαι του πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸν Θεόν, μὲ τὴν κατάχρησιν δὲ τῶν χαρισμάτων, ποὺ τοῦ ἔδωκεν ὁ οὐράνιος Πατήρ, ἑξαχρειώνεται καὶ διαφθείρεται. 14 Ὅταν δὲ ὁ νεώτερος υἱὸς ἐδαπάνησεν ὅλα, ὅσα εἶχεν, ἔγινε πεῖνα μεγάλη εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ αὐτὸς ἤρχισε νὰ στερῆται. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἀπεριόριστοι αἱ ἀπολαύσεις τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀθλιότητα καὶ τὸ κενόν, ποὺ δημιουργεῖ εἰς τὴν καρδίαν του ὁ ἄσωτος βίος καὶ ἡ στέρησις τῆς θείας παρηγορίας. 15 Καὶ ὁ ἄσωτος υἱὸς λόγῳ τῶν στερήσεων καὶ τῆς πείνας του ἐπῆγε καὶ προσελήφθη δοῦλος ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ τόπου ἐκείνου. Καὶ αὐτὸς τὸν ἔστειλε εἰς τὰ χωράφια του διὰ νὰ βόσκῃ χοίρους, ζῷα δηλαδὴ ἀκάθαρτα, ποὺ εἰς ἕνα Ἰουδαῖον, ὅπως ἦτο ὁ νεώτερος υἱός, ἐπροκάλουν τὴν ἀηδίαν καὶ τὴν ἀποστροφήν. Εἰς ποῖον ἐξευτελισμὸν καταπίπτει καὶ πόσον χάνει τὴν ἀξιοπρέπειάν του ὁ ταλαίπωρος ἁμαρτωλός ! 16 Καὶ ἐπεθύμει ὁ νεώτερος υἱὸς νὰ γεμίσῃ τὴν κοιλίαν του ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα, τὰ ὁποῖα ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, καὶ κανεὶς δὲν τοῦ ἔδιδε, διότι οἱ ὑπηρέται, ποὺ ἔκαναν τὴν διανομήν, ἐπέβλεπον νὰ τρέφωνται οἱ χοῖροι μὲ αὐτά. 17 Εἰς κάποιαν ὅμως στιγμὴν συνῆλθεν οὗτος εἰς τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν μέθην καὶ τὴν τρέλλαν τῆς ἁμαρτίας καὶ εἶπε· πόσοι μισθωτοὶ τοῦ πατέρα μου ἔχουν ἄφθονον καὶ περισσεύοντα τὸν ἄρτον, ἐγὼ δὲ κινδυνεύω νὰ χαθῶ ἀπὸ τὴν πεῖναν; Τὸ πρῶτον βῆμα τῆς μετανοίας, ἡ ὑπὸ τοῦ ἁμαρτωλοῦ συναίσθησις τῆς ἀθλιότητός του. 18 Εἰς τὴν συναίσθησιν αὐτὴν ἐπακολουθεῖ καὶ ἡ σωτηριώδης ἀπόφασις. Θὰ σηκωθῶ, λέγει ὁ ἄσωτος, καὶ θὰ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ εἴπω· Πατέρα, ἡμάρτησα εἰς τὸν οὐρανόν, ὅπου ἐκτελεῖται μετ’ εὐλαβείας τὸ θεῖον θέλημα ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀξιοῦν ὅλα τὰ κτίσματα νὰ συμμορφοῦνται πρὸς αὐτό, ὅπως σομμορφοῦνται καὶ αὐτοί, λυποῦνται δὲ διὰ τὴν ἀποστασίαν κάθε ἀνθρώπου· ἡμάρτησα καὶ ἐνώπιόν σου, διότι ἐπεριφρόνησα τὴν στοργήν σου καὶ δὲν ἐλογάριασα τὴν λύπην, ποὺ ἐδοκίμαζες, ὅταν ἔφευγα μακρὰν ἀπὸ σέ. 19 Καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, οὔτε ὡς μόνιμος δοῦλος σου παραμένων διαρκῶς ἐν τῇ οἰκίᾳ σου νὰ προσληφθῶ. Κάμε με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς μισθωτούς σου. 20 Καὶ ἡ σωτηριώδης ἀπόφασις ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Ὁ ἄσωτος ἐσηκώθη καὶ ἦλθεν εἰς τὸν πατέρα του. Καὶ ἐνῷ αὐτὸς ἀπεῖχεν ἀκόμη μακράν, τὸν εἶδεν ὁ πατέρας του καὶ τὸν ἐλυπήθη καὶ ἀφοῦ ἔτρεξεν εἰς προυπάντησιν αὐτοῦ, ἔπεσεν εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ ἐναγκαλισθεὶς αὐτὸν τὸν ἐφίλησε μὲ πόθον καὶ στοργήν. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ ὄχι μόνον δέχεται τὸν διὰ τῆς μετανοίας ἐπιστρέφοντα ἁμαρτωλόν, ἀλλὰ καὶ προτοῦ ἀκόμη πλησιάσῃ αὐτὸς πρὸς τὸν Θεόν, σπεύδει ὁ Θεὸς πρὸς ἀναζήτησίν του καὶ τὸν ἐναγκαλίζεται μὲ στοργήν. 21 Παρὰ τὴν στοργὴν ὅμως τοῦ Πατρός, καὶ παρὰ τὴν ἐπελθοῦσαν συνδιαλλαγήν, ὁ υἱὸς συντετριμμένος ἔκαμε τὴν ἐξομολόγησίν του καὶ εἶπε: Πατέρα, ἡμάρτησα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου. 22 Ὁ πατέρας δὲ τότε τὸν διέκοψε καὶ εἶπεν εἰς τοὺς δούλους του· Βγάλετε ἔξω τὴν πιὸ καλὴν φορεσιάν, ἀπὸ ὅσας ἔχομεν, φορεσιὰν ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, ποὺ ἐφοροῦσε προτοῦ φύγῃ ἀπὸ τὸ σπίτι μου. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς θὰ ἐντρέπεται εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ εἶναι, νὰ τὴν φορέσῃ, ἐνδύσατέ τον σεῖς, διὰ νὰ μὴ εἶναι πλέον γυμνὸς καὶ κουρελιάρης. Καὶ δώσατε δακτυλίδιον εἰς τὸ χέρι του νὰ τὸ φορῇ, ὅπως φοροῦν οἱ κύριοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι. Δώσατέ του καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, νὰ μὴ περιπατῇ ἀνυπόδητος ὅπως οἱ σκλάβοι. Τὸν ἀποκαθιστῶ δηλαδὴ ἐξ ὁλοκλήρου είς τὴν θέσιν καὶ τὰ δικαιώματα, ποὺ εἶχε προτοῦ ἀσωτεύσῃ. 23 Καὶ ἐπὶ πλέον διατάσσω νὰ φέρετε καὶ νὰ σφάξετε ἐκεῖνο ἀπὸ τὰ μοσχάρια, ποὺ τὸ τρέφομεν ξεχωριστὰ διὰ κάποιαν χαρμόσυνον καὶ ἐξαιρετικὴν περίστασιν. Καὶ ἀφοῦ φάγωμεν, ἀς χαρῶμεν καὶ ἀς διασκεδάσωμεν μὲ τραγούδια καὶ μὲ χορούς. 24 Διότι ὁ υἱός μου αὐτὸς ἕως πρὸ ὀλίγου ἦτο πεθαμένος καὶ ἑξαναζωντάνευσε· καὶ ἦτο χαμένος καὶ εὑρέθη. Καὶ ἤρχισαν νὰ εὐφραίνωνται. 25 Ὁ μεγαλύτερος δὲ υἱός, πρὸς τὸν ὁποῖον ὠμοίαζον οἱ Φαρισαῖοι, ἦτο εἰς τὸ χωράφι. Καὶ καθὼς ἤρχετο καὶ ἐπλησίαζεν εἰς τὸ σπίτι, ἤκουσεν ὄργανα καὶ τραγούδια καὶ χορούς. 26 Καὶ ἀφοῦ προσεκάλεσεν ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας, ποὺ ἐστέκοντο ἀπ’ ἔξω, ἠρώτα νὰ μάθῃ σὰν τὶ τάχα νὰ ἦσαν αὐτά; 27 Αὐτὸς δὲ τοῦ εἶπεν· ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἦλθε καὶ ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τὸ μοσχάρι τὸ θρεφτό, διότι τοῦ ἦλθε πάλιν ὑγιὴς 28 Ὅπως δὲ οἱ Φαρισαῖοι ἐσκανδαλίζοντο, ὅταν ἔβλεπαν τὸν Κύριον νὰ συναναστρέφεται καὶ νὰ διδάσκῃ τοὺς ἁμαρτολους, ἔτσι καὶ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἐθύμωσε καὶ δὲν ἤθελε να ἔμβῃ εἰς τὸ σπίτι. Ὁ πατέρας του λοιπὸν μὲ τὴν αὐτὴν στοργήν, ποὺ ἐδέχθη τὸν νεώτερον, ἐβγῆκε καὶ εἰς αὐτὸν καὶ τὸν παρεκάλει. 29 Ἀλλ’ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἀπεκρίθη καὶ εἶπε πρὸς τὸν πατέρα· Ἰδού, τόσα χρόνια σὲ δουλεύω καί ποτὲ προσταγὴν δὲν παρέβην. Καὶ δὲν μοῦ ἔδωκες ποτὲ οὔτε ἕνα ἐρίφιον διὰ εὐφρανθῶ μὲ τοὺς φίλους μου. (Πόσον ὁ πρεσβύτερος υἱὸς πλανᾶται ! Ἐὰν ὑπῆρξε τόσον πειθαρχικὸς πρὸς τὸν πατέρα πῶς τώρα μετὰ τόσου πείσματος παρακούει αὐτόν; Πότε δὲ ζήτησεν ἐρίφιον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ὁ πατὴρ δὲν τοῦ ἔδωκε;). 30 Ὅταν δὲ ἦλθεν ὁ προκομμένος αὐτὸς υἱός σου, ποὺ κατέφαγε τὴν περιουσίαν σου μὲ πόρνας, ἔσφαξες δι’ αὐτὸν τὸ μοσχάρι, ποὺ τὸ εἴχαμεν θρεφτάρι. Δηλαδὴ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς μετεχειρίσθη τὴν ἀλαζονικὴν γλῶσσαν τῶν Φαρισαίων, ποὺ περιφρονοῦσαν τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἐνόμιζαν, ὅτι μόνον αὐτοὶ ὡς δίκαιοι εἶχαν δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. 31 Καὶ ὁ πατέρας τότε τοῦ εἶπε· Παιδί μου, σὺ εἶσαι πάντα μαζί μου. Καὶ ὅλα ὅσα ἔχω, ἰδικά σου εἶναι. 32 Ἔπρεπε δὲ καὶ σὺ νὰ εὐφρανθῇς καὶ νὰ χαρῇς, διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτός, διὰ τὸν ὁποῖον μὲ τόσην περιφρόνησιν ὁμιλεῖς ἦτο νεκρὸς καὶ ἔζησε πάλιν· καὶ χαμένος ἦτο καὶ εὑρέθη.

 

 

ΠΗΓΗ:  www.saint.gr

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΕ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ)

 

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' Ϛ´ 12 - 20

12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.

 

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ

 

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' Ϛ´ 12 - 20

12 Ἂς ἐπανέλθω τώρα εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἠθικόν. Ὅλα ἔχω ἐξουσίαν νὰ τὰ πράττω, δὲν συμφέρουν ὅμως ὅλα. Ὅλα εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν μου, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ ἐξουσιασθῶ καὶ δὲν θὰ γίνω δοῦλος εἰς τίποτε. 13 Τὰ φαγητὰ ἔχουν γίνει διὰ τὴν κοιλίαν καὶ ἡ κοιλία διὰ τὰ φαγητά. Ὁ Θεὸς δὲ θὰ καταργήσῃ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωὴν καὶ αὐτὴν καὶ ἐκεῖνα. Ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ τρώγετε ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε, ἀρκεῖ μόνον να μὴ γίνεσθε δοῦλοι τοῦ φαγητοῦ καὶ τῆς κοιλίας. Δὲν ἰσχύει ὅμως τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν γενετήσιον ἐπιθυμίαν. Διότι τὸ σῶμα δὲν ἔχει γίνει διὰ τὴν πορνείαν, Ἀλλὰ διὰ τὸν Κύριον διὰ νὰ τοῦ ἀνήκῃ ὡς μέλος του. Καὶ ὁ Κύριος εἶναι διὰ τὸ σῶμα, διὰ νὰ κατοικῇ εἰς αὐτό. 14 Τὸ ὅτι δὲ τὸ σῶμα διὰ τοῦ θανάτου διαλύεται, δὲν ἔχει σημασίαν. Ὁ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἀνέστησε καὶ ἡμᾶς ὅλους θὰ ἀναστήσῃ διὰ τῆς δυνάμεώς του. 15 Ναί· τὸ σῶμα δὲν ἔγινε διὰ τὴν πορνείαν, ἀλλὰ διὰ τὸν Κύριον. Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι τὰ σώματα σας εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ; Νὰ ἀποσπάσω λοιπὸν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὰ κάμω πόρνης μέλη; Μὴ γένοιτο ποτὲ νὰ τὸ κάμω. 16 Ἢ δὲν ἠξεύρετε ὅτι ἐκεῖνος,ποὺ συνδέεται στενῶς καὶ προσκολλᾶται πρὸς τὴν πόρνην εἶναι ἕνα σῶμα μὲ αὐτήν; Διότι λέγει ἡ Γραφή· θὰ γίνουν οἱ δύο μία βάρκα. 17 Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ προσκολλᾶται εἰς τὸν Κύριον, γεμίζει ὁλόκληρος καὶ διευθύνεται ὁλόκληρος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου καὶ γίνεται ἓν πνεῦμα μὲ αὐτόν. 18 Φεύγετε μακρὰν ἀπὸ τὴν πορνείαν. Κάθε ἁμάρτημα, ποὺ θὰ κάμῃ τυχὸν ὁ ἄνθρωπος, δὲν βλάπτει τόσον ἀμέσως καὶ κατ’ εὐθεῖαν τὸ σῶμα. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πορνεύει, ἁμαρτάνει εἰς τὸ ἴδιόν του τὸ σῶμα, διότι μὲ τὴν παράνομον μῖξιν μολύνει ἀμέσως καὶ πληγώνει αὐτὴν τὴν ρίζαν τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων καὶ συντελεῖ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς οἰκογενείας. 19 Ἢ δὲν ἠξεύρετε, ὅτι τὸ σῶμα σας εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖον κατοικεῖ μέσα σας καὶ τὸ ἔχετε λάβει ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ συνεπῶς δὲν ἀνήκετε εἰς τὸν ἑαυτόν σας; 20 Ναί· δὲν ὁρίζετε τὸν ἑαυτόν σας. Διότι ἑξαγορασθήκατε μὲ τίμημα βαρύ, μὲ τὸ ἀτίμητον αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀποφεύγετε λοιπὸν κάθε αἰσχρὰν πρᾶξιν, ποὺ γίνεται μὲ τὸ σῶμα· καὶ ἀποδιώκετε κάθε πονηρὰν σκέψιν καὶ ἐπιθυμίαν ἀπὸ τὸ πνεῦμα σας. Καὶ ἔτσι δοξάσατε τὸν Θεόν μὲ τὸ σῶμα σας καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σας, τὰ ἀνήκουν εἰς τὸν Θεόν.

 

ΠΗΓΗ:  www.saint.gr